ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ

Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΖΕΛ
Εφημερίδα του Ρήνου φύλλο No 15, 15 Ιανουαρίου, 1843
Από το Μοζέλ, Ιανουάριος. Τα φύλλα No 346 & 348 της Εφημερίδας του Ρήνου
περιέχουν δυο άρθρα μου, το ένα από τα οποία ασχολείται με την δυστυχία λόγω
έλλειψης καυσόξυλων στην περιοχή Μοζέλ, και το άλλο με την εξαιρετική συμπάθεια
του πληθυσμού του Μοζέλ προς την βασιλική κυβερνητική διάταξη της 24ης
Δεκεμβρίου,1841, και προς την επακόλουθη μεγαλύτερη ελευθερία του τύπου. Το
τελευταίο άρθρο είναι γραμμένο σε τραχείς, και, αν θέλετε, σε σκληρούς τόνους.
Οποιοσδήποτε που πρέπει να ακούει συχνά, άμεσα την αδίστακτη φωνή της ανάγκης
ανάμεσα στον πληθυσμό που τον περιβάλλει, χάνει εύκολα το εκλεπτυσμένο τακτ με το
οποίο οι σκέψεις του, μπορούν να εκφραστούν σε πιο κομψά και σεμνά σχήματα. Ίσως
ακόμη, το θεωρήσει ως πολιτικό του καθήκον για μια εποχή, να μιλήσει δημόσια στην
δημοφιλή γλώσσα της δυστυχίας, την οποία, στην πατρική του γη, δεν είχε καμία
πιθανότητα να ξεχάσει. Αν, ωστόσο, τίθεται ζήτημα να αποδείξει ότι λέει την αλήθεια,
αυτό μπορεί σπάνια να σημαίνει την λογοτεχνική απόδειξη κάθε λέξης, γιατί σ’ αυτή την
περίπτωση κάθε περίληψη θα ήταν αναληθής και γενικά θα ήταν απίθανο να
αναπαραχθεί το νόημα ενός λόγου χωρίς να επαναληφθεί αυτός λέξη προς λέξη. Έτσι,
για παράδειγμα, αν ειπώθηκε: «η κραυγή δυστυχίας των αμπελουργών θεωρήθηκε ως μια
χυδαία διαμαρτυρία», τότε για να είναι δίκαιος κάποιος, θα μπορούσε να απαιτήσει μόνο
αυτό να εκφράζει μια κατά προσέγγιση σωστή εξίσωση. Αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να
αποδειχτεί ότι υπάρχει ένα αντικείμενο το οποίο μέχρι ενός ορισμένου σημείου αποδίδει
την περιληπτική περιγραφή «χυδαία διαμαρτυρία», και την μετατρέπει σε μια όχι
ακατάλληλη περιγραφή. Αν μια τέτοια κατάλληλη απόδειξη δοθεί, το ζήτημα δεν
σχετίζεται πλέον με την αλήθεια αλλά μόνο με την ακρίβεια της γλώσσας, και θα ήταν
δύσκολο να δοθούν περισσότερα από μια προβληματική κρίση, πάνω σε εξαιρετικά
δυσδιάκριτες διαφορές της γλωσσικής έκφρασης.
Η αφορμή για τις παραπάνω παρατηρήσεις μου, μου δόθηκε από δύο διαγγέλματα του
Ανώτερου διοικητή von Scaper στο φύλλο Νο 352 της Εφημερίδας του Ρήνου, με
ημερομηνία «Κομπλενζ, 15 Δεκεμβρίου», στο οποίο ένας αριθμός ερωτημάτων τίθεται
σε μένα σχετικά με τα δυο άρθρα μου που αναφέρθηκαν παραπάνω. Η καθυστέρηση στη
δημοσίευση της απάντησης μου, οφείλεται πρωταρχικά, στο περιεχόμενο των ίδιων των
ερωτημάτων, εφόσον, ένας ανταποκριτής εφημερίδας, κατά τη μεταφορά με απόλυτη
σχολαστικότητα της φωνής των ανθρώπων όπως την έχει ακούσει, δεν είναι καθόλου
υποχρεωμένος να έχει προετοιμαστεί, να δώσει μια εξαντλητική και σχεδιασμένη
αναφορά των περιστάσεων και των πηγών της αναφοράς του. Πέρα του ότι τέτοια
δουλειά θα απαιτούσε πολύ χρόνο και πόρους, ο ανταποκριτής εφημερίδας μπορεί μόνο
να θεωρήσει τον εαυτό του, ως ένα μικρό τμήμα ενός πολύπλοκου σώματος, στο οποίο
αυτός διαλέγει ελεύθερα την ιδιαίτερη λειτουργία του. Ενώ κάποιος, ίσως, ενδιαφέρεται
πιο πολύ να περιγράψει την εντύπωσή του, για την κατάσταση δυστυχίας των ανθρώπων
που απέκτησε αμέσως από τις δηλώσεις τους, κάποιος άλλος, ο οποίος είναι ιστορικός,
θα συζητήσει την ιστορία της κατάστασης η οποία έχει προκύψει: ο άνθρωπος των
συναισθημάτων θα περιγράψει την δυστυχία την ίδια, ο οικονομολόγος, θα εξετάσει τα
μέσα που απαιτούνται για την κατάργησή της, όντας αυτό ένα πρόβλημα που μπορεί να

αντιμετωπιστεί από διάφορες απόψεις: μερικές φορές σε τοπική κλίμακα, κάποιες φορές
περισσότερο σε σχέση με το κράτος ως όλο, κτλ.
Έτσι με μια ζωηρή κίνηση το υ τύπο υ, ό λη η αλήθεια θα απο καλυφθεί γιατί αν ό λο
αυτό εμφανίζεται αρχικά μόνο ως η συνειδητοποίηση ενός συνόλου διαφορετικών,
προσωπικών απόψεων οι οποίες - μερικές φορές σκόπιμα, μερικές φορές τυχαίααναπτύσσονται παράλληλα, στο τέλος, ωστόσο, αυτή η δουλεία του τύπου θα έχει
προετοιμάσει για έναν από τους συμμετέχοντές της, το υλικό από το οποίο αυτός θα
δημιουργήσει ένα μόνο σύνολο. Έτσι, σταδιακά, με μέσα καταμερισμού της εργασίας, ο
τύπος φτάνει στην πλήρη αλήθεια, όχι με ένα πρόσωπο να τα κάνει όλα, αλλά με πολλά
να κάνουν λίγα.
Ένας άλλος λόγος για την καθυστέρηση της απάντησης μου, είναι πως η Σύνταξη της
Εφημερίδας του Ρήνου, ήθελε περισσότερα γεγονότα και λεπτομέρειες μετά την πρώτη
μου αναφορά. Παρομοίως, μετά την δεύτερη και τρίτη αναφορά, ζήτησε επιπρόσθετες
πληροφορίες, κι ακόμη την παρούσα συμπερασματική αναφορά. Τελικά, η Σύνταξη, από
την μια πλευρά, απαίτησε να απο καλύψω τις πηγές μο υ, και από την άλλη πλευρά,
καθυστέρησε την δημοσίευση των αναφορών μου έως ότου η ίδια, με κάποια άλλα μέσα,
είχε επιβεβαιώσει τις πληροφορίες μου. [ενώ επιβεβαιώνουμε τις παραπάνω δηλώσεις,
τονίζουμε την ίδια στιγμή ότι τα ποικίλα ομόφωνα επεξηγηματικά γράμματα κατέστησαν
αναγκαίο για μας να παρουσιάσουμε μια συνδυασμένη αναφορά.- Η Σύνταξη της
Εφημερίδας του Ρήνου].
Επιπλέον, η απάντησή μου εμφανίζεται ανώνυμα. Σε αυτό το θέμα εφορμώ από την
πεποίθηση, ότι η ανωνυμία είναι ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό του τύπου, αφού
μετατρέπει την εφημερίδα από ένα συνονθύλευμα πολλών μεμονωμένων απόψεων στο
όργανο ενός μόνο μυαλού. Το όνομα του συγγραφέα θα διαχώριζε το ένα άρθρο από το
άλλο, τόσο καθοριστικά όσο ένα σώμα διαχωρίζει ένα άτομο από ένα άλλο, και θα
καταπίεζε έτσι τελείως τη λειτουργία, του να είναι μόνο ένα συμπληρωματικό τμήμα.
Τελικά, η ανωνυμία εξασφαλίζει μεγαλύτερη αμεροληψία και ελευθερία, όχι μόνο του
συγγραφέα, αλλά και του κοινού, αφού το τελευταίο βλέπει όχι ποιος μιλάει, αλλά τι λέει
αυτός. Ελεύθερο από μια εμπειρική άποψη, του συγγραφέα ως προσώπου, το κοινό τον
κρίνει μόνο βάση της ευφυούς προσωπικότητάς του.
Εφόσον δεν αναφέρω το όνομά μου, σε όλες τις λεπτομερείς αναφορές μου θα δώσω τα
ονόματα των αρχών και των κοινοτήτων, μόνο όταν παρατίθενται τυπωμένα έγγραφα
που διατίθενται σε βιβλιοπωλεία, ή όταν το να αναφέρω ονόματα δεν βλάπτει κανένα. Ο
τύπος είναι υποχρεωμένος να αποκαλύπτει και να καταγγέλλει καταστάσεις, αλλά εγώ
είμαι πεισμένος ότι δε θα πρέπει να καταγγέλλει πρόσωπα, εκτός κι αν δεν υπάρχει άλλος
τρόπος, να αποτραπεί ένα δημόσιο κακό ή εκτός κι αν η δημοσιότητα ήδη επικρατεί σε
όλη την πολιτική ζωή έτσι ώστε η γερμανική έννοια της κριτικής/ πολεμικής να μην
υπάρχει πλέον.
Συνοψίζοντας αυτές τις εισαγωγικές παρατηρήσεις πιστεύω ότι δικαιούμαι να εκφράσω
την ελπίδα ότι ο κύριος Oberprasident, αφού λάβει ο ίδιος γνώση της όλης έκθεσής μου,
θα πειστεί για την αγνότητα των προθέσεών μου, και θα αποδώσει ακόμη τα πιθανά λάθη
σε μια λανθασμένη άποψη των πραγμάτων, και όχι σε ένα κακή διάθεση. Η έκθεση μου
η ίδια πρέπει να δείξει, εάν άξιζα τις σοβαρές κατηγορίες της συκοφαντίας και της
πρόθεσης να προξενήσω δυσφορία και δυσαρέσκεια, ακόμη και στην παρούσα
κατάσταση της συνεχιζόμενης ανωνυμίας, κατηγορίες οι οποίες είναι οι πιο οδυνηρές
καθώς προέρχονται από έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζεται με εξαιρετικά μεγάλο

σεβασμό και προσήλωση στην επαρχία του Ρήνου.
Για να διευκολύνω μια γενική περιγραφή της απάντησής μου, την δόμησα κάτω από τις
ακόλουθες επικεφαλίδες:
Α) Το ζήτημα της διανομής ξυλείας.
Β) Η συμπεριφορά της περιοχής του Μοζέλ στην Κυβερνητική Διαταγή της 24ης
Δεκεμβρίου, 1841, και στην επακόλουθη μεγαλύτερη ελευθερία του τύπου.
Γ) Τα παράσιτα της περιοχής Μοζέλ
Δ) Οι βρικόλακες της περιοχής Μοζέλ
E) Προτάσεις για μια λύση.
Α. Το ζήτημα της διανομής ξυλείας.
Στο άρθρο μου «Από το Μοζέλ, 12 Δεκεμβρίου» στο φύλλο Νο. 348 της Εφημερίδας
του Ρήνου, αναφέρθηκα στις ακόλουθες περιστάσεις:
«Η κοινότητα των πολλών χιλιάδων ψυχών στην οποία ανήκω, είναι ιδιοκτήτης των πιο
όμορφων δασικών περιοχών, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ μια περίπτωση, όπου τα μέλη
της κοινότητας επωφελήθηκαν άμεσα, από την ιδιοκτησία τους, συμμετέχοντας στη
διανομή της ξυλείας.»
Σ’ αυτό, ο κύριος Ανώτερος διοικητής σχολιάζει:
«Τέτοια διαδικασία, η οποία δεν είναι σύμφωνη με της νόμιμες διαταγές, μπορεί μόνο
να υποκινηθεί, σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις», και την ίδια στιγμή αυτός απαιτεί, για
να εμπλουτιστούν τα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης, να ονομάσω την
κοινότητα.
Ειλικρινά παραδέχομαι: Από τη μια, πιστεύω ότι μια διαδικασία η οποία δεν είναι
σύμφωνη με το νόμο, και γι’ αυτό βρίσκεται σε αντίθεση μ’ αυτόν, μπορεί σπάνια να
υποκινηθεί από περιστάσεις, αλλά πρέπει πάντα αυτές να παραμείνουν παράνομες’ από
την άλλη, δεν μπορώ να πω ότι η διαδικασία που περιέγραψα είναι παράνομη.
Η οδηγία (με ημερομηνία: «Κομπλένζ, 31 Αυγούστου, 1839»), για τη διαχείριση των
δασικών περιοχών, που ανήκουν στις κοινότητες και στα ιδρύματα στις διοικητικές
επαρχίες Κομπλένζ και Τριέρ, εκδόθηκε στη βάση του νόμου της 24ης Δεκεμβρίου,1816,
και της βασιλικής Κυβερνητικής Διαταγής της 18ης Αυγούστου 1835, και δημοσιεύτηκε
στο Παράρτημα του φύλλου Νο 62, του επίσημου οργάνου της βασιλικής διοίκησης στο
Κομπλένζ – αυτή η οδηγία δηλώνει ακριβώς τα ακόλουθα στην παράγραφο 37:
Σχετικά με τη χρήση του ξύλο υ στις δασικές περιοχές, ως κανόνας, τόσο πρέπει να
πουληθεί όσο απαιτείται για να καλυφθούν τα έξοδα του δάσους (φόροι και διοικητικές
δαπάνες).
«Για τα υπόλοιπα, εξαρτάται από την απόφαση των κοινοτήτων των ίδιων, το αν το
υλικό θα πωληθεί σε πλειστηριασμό, για να καλύψει άλλες ανάγκες της κοινότητας, ή το
αν θα διανεμηθεί μεταξύ των μελών της κοινότητας, συνολικά ή τμηματικά, δωρεάν ή
έναντι συγκεκριμένης αμοιβής. Ωστόσο, ως κανόνας, τα καυσόξυλα και τα υλικά για τα
έπιπλα διανέμονται in natura, αλλά η ξυλεία για τα κτίρια, αν δεν χρησιμοποιείται για
κοινοτικά κτίρια ή για να βοηθηθούν ξεχωριστά μέλη της κοινότητας σε περιπτώσεις
καταστροφής από φωτιά, κτλ, πωλούνται με πλειστηριασμό.
Αυτή η οδηγία, που εκδόθηκε από έναν από τους προκατόχους του κυρίου Ανώτερου
διοικητή στην Επαρχία του Ρήνου, μου φαίνεται ότι αποδεικνύει πως η διανομή
καυσόξυλων ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας δεν καθίσταται ούτε υποχρεωτική βάσει

του νόμου, ούτε απαγορεύεται από αυτόν, αλλά είναι μόνο ζήτημα σκοπιμότητας. Γι’
αυτό στο άρθρο υπό συζήτηση, επίσης, διαπραγματεύτηκα μόνο τη σκοπιμότητα της
διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτό, η βάση για την απαίτηση του κυρίου Ανώτερου διοικητή
να ξέρει το όνομα της κοινότητας εξαφανίζεται, εφόσον δεν είναι πλέον ζήτημα
διερεύνησης της διοίκησης μιας συγκεκριμένης κοινότητας, αλλά μόνο τροποποίησης
μιας οδηγίας. Ωστόσο, δεν αντιτίθεμαι στη Σύνταξη της Εφημερίδας του Ρήνου, στην
περίπτωση μιας ειδικής απαίτησης του κυρίου Ανώτερου διοικητή, όντας
εξουσιοδοτημένος, να ονοματίσω την κοινότητα στην οποία, με βάση την καλή μο υ
μνήμη, δεν έχει υπάρξει καμία διανομή ξυλείας. Μια τέτοια πληροφορία δε θα ήταν μια
αποκήρυξη των τοπικών αρχών, αλλά θα μπορούσε μόνο να προάγει την ευημερία της
κοινότητας.
Εφημερίδα του Ρήνου φύλλο Νο 17,17 Ιανουαρίου,1843
Β) Η συμπεριφορά της περιοχής του Μοζέλ στην κυβερνητική διάταξη της 24ης
Δεκεμβρίου, 1841 και στην επακόλουθη μεγαλύτερη ελευθερία του τύπου.
Σχετικά με το άρθρο μο υ από το Μπερνκαστλ με ημερομηνία, 10 Δεκεμβρίου, στο
φύλλο Νο 346 της Εφημερίδας του Ρήνου, όπου επιβεβαίωσα ότι ο πληθυσμός του
Μοζέλ, στην θέα της πολύ δύσκολης κατάστασής του, δέχθηκε με εξαιρετικό
ενθουσιασμό, τη μεγαλύτερη ελευθερία του τύπου, που παρείχε η βασιλική κυβερνητική
διάταξη της 24ης Δεκεμβρίου τον περασμένο χρόνο, ο κύριος Oberprasident κάνει το
ακόλουθο σχόλιο:
«Αν αυτό το άρθρο έχει κάποια σημασία, αυτή βρίσκεται μόνο στο εξής, ότι στον
πληθυσμό του Μοζέλ, έχει απαγορευτεί να συζητά δημόσια και ειλικρινά την κατάσταση
της δυστυχίας, τις αιτίες της, και τα μέσα για τη λύση της. Αμφιβάλω αν αυτό είναι έτσι,
γιατί από την άποψη, των προσπαθειών των αρχών, για να βρεθεί λύση, στην παραδεκτά
δυστυχισμένη κατάσταση των αμπελουργών, τίποτε δε θα μπορούσε να είναι πιο
επιθυμητό από τις αρχές, από μια συζήτηση, όσο δημόσια και ειλικρινή είναι δυνατό, για
τις καταστάσεις που κυριαρχούν εκεί». «Θα ήμουν, έτσι, πολύ υποχρεωμένος αν ο
συγγραφέας του παραπάνω άρθρου, ήταν τόσο καλός, ώστε να τονίσει ειδικά τις
περιστάσεις όπου, ακόμη πριν την εμφάνιση της βασιλικής Κυβερνητικής Διαταγής της
24ης Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, οι αρχές εμπόδισαν μια ειλικρινή, δημόσια
συζήτηση της κατάστασης δυστυχίας στους κατοίκους της περιοχής Μοζέλ».
Οι περαιτέρω επισημάνσεις του κυρίου Oberprasident:
«Επίσης, πιστεύω ότι μπορώ προκαταβολικά να περιγράψω ως αναληθή την
διαβεβαίωση, στο άρθρο που αναφέρθηκε παραπάνω, ότι η κραυγή της δυστυχίας των
αμπελουργών θεωρούνταν επί μακρών από τα ανώτερα όργανα ως μια χυδαία
διαμαρτυρία».
Η απάντησή μου σ’ αυτά τα ερωτήματα θα έχει την ακόλουθη πορεία. Θα προσπαθήσω
να αποδείξω:
1) ότι κατ’ αρχήν, αρκετά ξέχωρα από τις δυνάμεις του τύπου, πριν τη βασιλική
διαταγή της 24ης Δεκεμβρίου, 1841, η ανάγκη για έναν ελεύθερο τύπο προκύπτει
αναγκαία από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κατάστασης δυστυχίας στην περιοχή
Μοζέλ.
2) ότι ακόμη και αν δεν υπήρχαν ιδιαίτερα εμπόδια, σε μια «ειλικρινή και δημόσια

συζήτηση», πριν την εμφάνιση της προαναφερθείσας Κυβερνητικής Διαταγής, η
επιβεβαίωσή μου δεν θα ήταν καθόλου λιγότερο αληθής, και η ιδιαίτερη εύνοια
του πληθυσμού του Μοζέλ για την βασιλική κυβερνητική διαταγή και την
ακόλουθη μεγαλύτερη ελευθερία του τύπου θα παρέμενε εξίσου δυσνόητη.
3) ότι στην πραγματικότητα ιδιαίτερες συνθήκες εμπόδιζαν μια «ειλικρινή και
δημόσια» συζήτηση.
Από το όλο περιεχόμενο, θα δειχθεί στη συνέχεια, σε ποιο βαθμό η διαβεβαίωσή μου:
«Για μια μεγάλη περίοδο η κατάσταση από γνωσης των αμπελο υργών ήταν υπό
αμφισβήτηση από τα ανώτερα όργανα, και η κραυγή δυστυχίας τους θεωρούνταν ως μια
χυδαία διαμαρτυρία», είναι αληθής ή αναληθής.
Σχετικά με το 1). Στην διερεύνηση μιας κατάστασης, σχετικά με την θέση στην οποία
είναι κάποιος, όλοι υπερβολικά εύκολα τείνουν να παραβλέψουν την αντικειμενική φύση
των περιστάσεων και να εξηγούν τα πάντα με την θέληση των ανθρώπων που –αυτέςαφορούν. Ωστόσο, υπάρχουν καταστάσεις οι οποίες καθορίζουν τις πράξεις των ιδιωτών
και των ατομικών αρχών, και οι οποίες είναι τόσο ανεξάρτητες από αυτούς, όσο η
μέθοδος της αναπνοής. Αν εξαρχής εμείς υιοθετήσουμε αυτή την αντικειμενική άποψη,
δε θα προϋποθέσουμε, καλή ή κακή θέληση, αποκλειστικά στη μια πλευρά ή στην άλλη,
αλλά θα δούμε την επίδραση των περιστάσεων, εκεί όπου εκ πρώτης όψεως μόνο τα
άτομα φαίνεται να δρουν. Αφού αποδειχτεί ότι ένα φαινόμενο καθίσταται αναγκαίο από
περιστάσεις, δε θα είναι πλέον δύσκολο να αποκαλυφθούν οι εξωτερικές περιστάσεις
στις οποίες αυτό πρέπει πραγματικά να προκύψει, και εκείνες στις οποίες δεν μπορεί να
προκύψει, παρόλο που η ανάγκη γι’ αυτό υπήρχε ήδη. Αυτό μπορεί να υποστηριχθεί με
περίπου την ίδια βεβαιότητα, με την οποία ο χημικός, αποφασίζει τις εξωτερικές
συνθήκες υπό τις οποίες ουσίες που έλκονται, ενώνονται για να σχηματίσουν ένα
συστατικό. Ως εκ τούτου, εμείς πιστεύουμε ότι με την απόδειξή μας, «ότι η
αναγκαιότητα ενός ελεύθερου τύπου προκύπτει από ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα μιας
κατάστασης δυστυχίας στην περιοχή Μοζέλ» εμείς δίνουμε στην έκθεσή μας μια βάση
που απέχει πέραν οτιδήποτε προσωπικού.
Η κατάσταση δυστυχίας στην περιοχή Μοζέλ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια απλή
κατάσταση πολιτικών γεγονότων. Τουλάχιστον δύο πτυχές αυτού πρέπει να
εξαφανιστούν: η ιδιωτική πτυχή και η κρατική πτυχή, γιατί η κατάσταση δυστυχίας στην
περιοχή Μοζέλ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπόκειται εκτός της κρατικής διοίκησης
περισσότερο από ότι η περιοχή Μοζέλ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπόκειται εκτός του
κράτους. Μόνο η αμοιβαία σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές πτυχές, παρέχει την
πραγματική κατάσταση της περιοχής Μοζέλ. Για να δείξο υμε τη φύση αυτής της
αμοιβαίας σχέσης, θα αναφέρουμε μια αυθεντική ανταλλαγή απόψεων, που
επιβεβαιώνεται από ντοκουμέντα, ανάμεσα στα αντίστοιχα όργανα των δύο πλευρών.
Στο τέταρτο θέμα του Mitteilungen des Vereins zur Furderung der Weinkultur an der
Mosel und Saar zu Trier υπάρχει μια αναφορά διαπραγματεύσεων, ανάμεσα στο
Υπουργείο Οικονομικών, την κυβέρνηση στο Τριέρ και την διοίκηση της
προαναφερθείσας Κοινωνίας. Ένα ντοκουμέντο που παρουσιάστηκε από την Κοινωνία
στο Υπουργείο Οικονομικών περιέχει ανάμεσα σε άλλα, έναν υπολογισμό των εσόδων
από τα αμπέλια. Η κυβέρνηση στο Τριέρ, η οποία επίσης έλαβε ένα αντίγραφο αυτού του
ντοκουμέντου, ζήτησε μια επιστημονική γνώμη γι’ αυτό, από το διοικητή του
παραρτήματος του Υποθηκοφυλακείου του Τριέρ, επιθεωρητή φόρων von Zuccalmaglio,
ο οποίος, όπως η κυβέρνηση η ίδια λέει σε μια από τις αναφορές της, φαίνεται να ήταν

ειδικά κατάλληλος, επειδή αυτός «έλαβε δραστήρια μέρος την περίοδο που
συγκροτήθηκαν οι κατάλογοι των εσόδων, από τα έσοδα των αμπελιών στην περιοχή
Μοζέλ».
Θα θέσουμε τώρα απλά παράλληλα, τα πιο σημαντικά αποσπάσματα της επίσημης
άποψης του κυρίου von Zuccalmaglio και την απάντηση της διοίκησης της Κοινωνίας
για την προαγωγή της καλλιέργειας των αμπελιών.
Ο υπηρεσιακός εισηγητής:
Στην επίσημη αναφορά που κάλυπτε την προηγούμενη δεκαετία, 1829-38, ο
υπολογισμός του ακαθάριστου εισοδήματος ανά morgen (4 morgen = 1 εκτάριο), των
αμπελιών στις κοινότητες που ανήκαν στην τρίτη τάξη, όσον αφορά την πληρωμή του
φόρου για το κρασί βασίζεται στην:
1) παραγωγή ανά morgen
2) τιμή στην οποία ένα fuder (1000 λίτρα) κρασιού πωλείται το φθινόπωρο
Ο υπολογισμός ωστόσο, δε βασίζεται σε ακριβή επαληθευμένα δεδομένα, γιατί
«χωρίς επίσημη ανάμειξη και έλεγχο, είναι απίθανο είτε για ένα άτομο είτε για μια
κοινωνία να συλλέξει ιδιαιτέρως αξιόπιστες πληροφορίες, για την ποσότητα του κρασιού
που αποκτήθηκε από όλους τους ξεχωριστούς ιδιοκτήτες για μια συγκεκριμένη περίοδο σε
ένα μεγάλο αριθμό κοινοτήτων, γιατί πολλοί ιδιοκτήτες μπορεί να ενδιαφέρονται άμεσα να
αποκρύψουν την αλήθεια όσο το δυνατόν περισσότερο.»
Η απάντηση της διοίκησης της Κοινωνίας: «Δεν εκπλησσόμαστε που το παράρτημα
του Υποθηκοφυλακείου κάνει ότι μπορεί, για να υπερασπιστεί τη διαδικασία που γίνεται
από αυτό, ωστόσο, είναι δύσκολο να καταλάβουμε τη διαφωνία που ακολουθεί», κτλ.
«Ο διοικητής του παραρτήματος του Υποθηκοφυλακείου προσπαθεί να αποδείξει με
σχήματα ότι οι καταχωρημένες παραγωγές είναι παντού σωστές’ αυτός λέει ακόμη ότι η
10-χρονη περίοδος που επιβεβαιώθηκε από μέρους μας, δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα
εδώ», κτλ, κτλ. «Εμείς δε θα διαφωνήσουμε για τα σχήματα, γιατί, όπως αυτός πολύ
σοφά λέει στην εισαγωγή των παρατηρήσεών του, στερούμαστε των απαραίτητων
υπηρεσιακών πληροφοριών. Επίσης, εμείς δεν το θεωρούμε αυτό ως αναγκαίο, εφόσον
όλος του ο υπολογισμός και η διαφωνία του βασίζεται σε υπηρεσιακά δεδομένα, και δεν
μπορεί να αποδείξει τίποτα ενάντια στα γεγονότα που παρουσιάσαμε.» «Ακόμη κι αν
παραδεχτούμε ότι οι καταχωρημένες παραγωγές ήταν αρκετά σωστές, τη στιγμή της
συλλογής τους, ή ακόμη ότι ήταν πολύ χαμηλές, είναι αδύνατο να απορρίψουν επιτυχώς
την δήλωσή μας, ότι αυτές δεν μπορούν πλέον να υπηρετούν όπως πριν, υπό τις
παρούσες δραματικά αλλαγμένες καταστάσεις.»
Ο υπηρεσιακός εισηγητής: « Ως εκ τούτου κανένα γεγονός δεν προκύπτει, που να
δικαιολογεί την υπόθεση ότι οι καταγεγραμμένες παραγωγές των αμπελιών, βασιζόμενες
σε αξιολογήσεις της πρόσφατης περιόδου, είναι πολύ υψηλές’ αλλά θα ήταν αρκετά
εύκολο να αποδειχτεί πως οι προηγούμενες αξιολογήσεις των αμπελιών των επαρχιακών
και αστικών περιοχών του Τριέρ και του Σάμπουργκ είναι πολύ χαμηλές, και οι δύο καθ’
εαυτές αλλά και συγκρινόμενες με άλλες σοδειές.»
Η απάντηση της διοίκησης της Κοινωνίας:
«Ένας άνθρωπος που φωνάζει για βοήθεια, το βρίσκει πολύ οδυνηρό, όταν προς
απάντηση στο βάσιμο παράπονό του, του λέγεται ότι κατά τη διάρκεια της συλλογής, οι
καταγεγραμμένες παραγωγές θα μπορούσαν να τοποθετηθούν υψηλότερα παρά
χαμηλότερα.»
«Επιπλέον» τονίζει η απάντηση, «ο κύριος συντάκτης, παρ’ όλες προσπάθειές του να

απορρίψει τις πληροφορίες, θα μπορούσε μόλις και μετά βίας να αρνηθεί κάτι στα
σχήματά μας για το εισόδημα’ έτσι αυτός προσπάθησε μόνο να σχολιάσει διαφορετικά
αποτελέσματα σχετικά με τα έξοδα.»
Θέλουμε τώρα να δείξουμε κάποιες από τις πιο χτυπητές διαφορές της άποψης μεταξύ
του κυρίου συντάκτη και της διοίκησης της Κοινωνίας στο ζήτημα των υπολογισμένων
εξόδων.
Ο υπηρεσιακός εισηγητής:
«Σε σχέση με το θέμα 8, θα πρέπει να σημειωθεί εξαιρετικά πως η ανανέωση των
συνήθων παράλληλων βλαστών, ή αυτό που ονομάζεται Geitzen είναι μια επιχείρηση
που πρόσφατα εισήχθηκε μόνο από λίγους ιδιοκτήτες αμπελιών, αλλά πουθενά, ούτε
στην περιοχή του Μοζέλ ούτε στο Σαάρ, μπορεί να θεωρηθεί ως ένας συνηθισμένος
τρόπος σποράς.»
«Η αφαίρεση των παράλληλων βλαστών και το χαλάρωμα του εδάφους, σύμφωνα με
το διοικητή του παραρτήματος του Υποθηκοφυλακείου, εισήχθη μόνο πρόσφατα από
λίγους ιδιοκτήτες αμπελιών», κτλ. Δεν είναι ωστόσο αυτό το ζήτημα. Ο αμπελουργός
έχει καταλάβει ότι, για να σώσει τον εαυτό του από το να καταστραφεί ολοσχερώς, δεν
πρέπει να αμελήσει να δοκιμάσει, οτιδήποτε που θα μπορούσε σε κάποιο βαθμό να
βελτιώσει την ποιότητα του κρασιού. Για την ευημερία της περιοχής, αυτή η
συμπεριφορά θα έπρεπε να εμψυχωθεί προσεκτικά, αντί να καταπιεστεί.»
«Και ποιος θα σκεφτόταν να ελαττώσει το κόστος της καλλιέργειας πατάτας επειδή
υπάρχουν κάποιοι καλλιεργητές που αφήνουν τις πατάτες στη μοίρα τους και στην
καλοσύνη του Θεού;»
Ο υπηρεσιακός εισηγητής:
«Το κόστος του βαρελιού που υποδεικνύεται στο ζήτημα 14 δεν μπορεί καθόλου να
εισέλθει στην εκτίμηση εδώ, εφόσον, όπως έχει ήδη τονιστεί, το κόστος του βαρελιού δεν
περιλαμβάνεται στις καταγεγραμμένες τιμές του κρασιού. Αν μετά το βαρέλι πωληθεί μαζί
με το κρασί όπως συνήθως συμβαίνει, το κόστος του βαρελιού προστίθεται στην τιμή του
κρασιού και έτσι η τιμή των βαρελιών αποζημιώνεται.»
Η απάντηση της διοίκησης της Κοινωνίας:
«Όταν το κρασί πωλείται, το βαρέλι περιλαμβάνεται, και δεν υπάρχει και ούτε θα
μπορούσε να υπάρξει το ελάχιστο ζήτημα της αποζημίωσής του. Οι σπάνιες περιπτώσεις
όπου οι ταβερνιάρηδες της πόλης μας αγοράζουν κρασί δίχως βαρέλι δεν μπορούν να
ληφθούν υπ’ όψιν όταν μελετούμε την κατάσταση στο σύνολό της». «Δεν είναι το ίδιο με
το κρασί, όπως με τα άλλα αγαθά, τα οποία βρίσκονται σε μια αποθήκη μέχρι να
πωληθούν και το πακετάρισμα και η μεταφορά των οποίων λαμβάνουν χώρα έπειτα με
τα έξοδα του αγοραστή. Εφόσον, η αγορά του κρασιού σιωπηρά περιλαμβάνει αυτή του
βαρελιού, είναι σαφές ότι η τιμή του τελευταίου πρέπει να περιλαμβάνεται στα έξοδα
παραγωγής.»
Ο υπηρεσιακός εισηγητής:
« Αν τα στοιχεία της παραγωγής που δίνονται στο παράρτημα είναι διορθωμένα ώστε
να ανταποκρίνονται στις υπηρεσιακές πληροφορίες γι’ αυτή, αλλά ο υπολογισμός των
εξόδων είναι αποδεκτός ως σωστός, ακόμη και σε όλα του τα μέρη, και μόνον οι φόροι
γης και κρασιού και τα έξοδα των βαρελιών (ή έξοδα που δίνονται στα ζητήματα 13,14
και 17) παραλειφθούν από αυτά τα έξοδα, το αποτέλεσμα είναι ως εξής:
Καθαρά έσοδα : 53 τάλιρα 21 ασημένια γρόσια 6 πφένιγκς
Έξοδα – χωρίς να περιλαμβάνονται τα 13,14 και 17: 39 τάλιρα 5 ασημένια γρόσια 0

πφένινγκς
Τελικό εισόδημα: 14 τάλιρα 16 ασημένια γρόσια 6 πφένιγκς
Η απάντηση της διοίκησης της Κοινωνίας:
«Ο υπολογισμός ως τέτοιος είναι σωστός, αλλά το αποτέλεσμα είναι λανθασμένο.
Εμείς βασίσαμε τον υπολογισμό μας όχι σε υποτιθέμενους αριθμούς, αλλά σε αριθμούς
οι οποίοι εκφράζουν τα πραγματικά ποσά που εμπλέκονται, και εμείς βρήκαμε ότι αν από
τα 53 τάλιρα των πραγματικών εξόδων, αφαιρεθούν 48 τάλιρα που αντιπροσωπεύουν τα
πραγματικά και μόνον έσοδα, παραμένει μια απώλεια 5 ταλίρων.»
Ο υπηρεσιακός εισηγητής:
«Αν, ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ότι η κατάσταση δυστυχίας στην περιοχή
Μοζέλ έχει σημαντικά επιδεινωθεί συγκρινόμενη με την περίοδο πριν τα εγκαίνια της
Τελωνειακής Ένωσης , και ότι εν μέρει ακόμα μια- επιπλέον- πραγματική επιδείνωση
μπορεί να υπάρξει, ο λόγος γι’ αυτή θα πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά στις
προηγούμενες πολύ υψηλές παραγωγές.»
«Λόγω του προϋπάρχοντος ημι-μονοπωλίου του εμπορίου κρασιού στην περιοχή του
Μοζέλ, και την ταχεία επιτυχία των καλών ετών κρασιού το 1819,1822,1825,1826,1827
και 1828, μια πρωτοφανής πολυτέλεια αναπτύχθηκε εκεί. Τα μεγάλα ποσά χρημάτων στα
χέρια του αμπελουργού, τον έκαναν να αγοράσει αμπέλια σε υψηλές τιμές και να
φυτέψει νέα αμπέλια με υπερβολικό κόστος, σε μέρη που δεν ήταν πλέον κατάλληλα για
αμπελουργία. Ο καθένας ήθελε να γίνει ιδιοκτήτης, και τα χρέη χτύπησαν ρήτρα, η οποία
θα μπορούσε προηγουμένως να καλυφθεί από τα έσοδα μιας καλής χρονιάς, αλλά η
οποία τώρα, με την παρούσα μη ευνοϊκή οικονομική κατάσταση, πρόκειται να
καταστρέψουν ολοσχερώς τον αμπελουργό που έπεσε στα χέρια των τοκογλύφων.»
«Ένα αποτέλεσμα αυτού θα είναι ότι η αμπελουργία θα περιοριστεί στα καλύτερα
μερίδια και πάλι, όπως πριν, θα προσέλθει περισσότερο στα χέρια πλούσιων ιδιοκτητών,
μια δραστηριότητα για την οποία είναι πλέον κατάλληλοι, λόγω του μεγάλου αρχικού
κόστους που συμπεριλαμβάνεται. Οι πλούσιοι ιδιοκτήτες, επίσης, μπορούν πιο εύκολα
να αντέξουν μη ευνοϊκά έτη, και ακόμα και σε τέτοιες εποχές έχουν επαρκή μέσα για να
βελτιώσουν την καλλιέργεια, και να αποκτήσουν ένα προϊόν, το οποίο μπορεί να αντέξει
τον ανταγωνισμό, με αυτό των νέων ανοιχτών χωρών της Τελωνιακής Ένωσης. Βέβαια,
κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών, αυτό δεν μπορεί να συμβεί χωρίς μεγάλη ανέχεια,
για την φτωχότερη τάξη των αμπελουργών, οι περισσότεροι από τους οποίους, ωστόσο,
είχαν γίνει ιδιοκτήτες αμπελιών, στην προηγούμενη ευνοϊκή περίοδο. Ωστόσο, θα πρέπει
πάντα να κατανοείται πως η προηγούμενη κατάσταση ήταν μια αφύσικη κατάσταση για
την οποία οι πανταχού παρόντες πληρώνουν τώρα. Το κράτος θα είναι ικανό να
περιορίσει τον εαυτό του στο να κάνει την μεταφορά όσο το δυνατό πιο εύκολη για τον
παρόντα πληθυσμό, με κατάλληλα μέτρα.»
Η απάντηση της διοίκησης της Κοινωνίας:
«Αληθινά, κάποιος που μόνο φοβάται την πιθανή φτώχεια στην περιοχή του Μοζέλ δεν
έχει δει ακόμη εκείνη τη φτώχεια η οποία, στην πιο άσχημη μορφή της, είναι ήδη βαθιά
ριζωμένη και καθημερινά εξαπλώνεται ανάμεσα στον ηθικά υγιή, ακούραστα εργατικό
πληθυσμό αυτής της περιοχής. Ας μην πει κανένας, όπως λέει ο διοικητής του
παραρτήματος του Υποθηκοφυλακείου, ότι είναι λάθος των πάμφτωχων αμπελουργών.
Όχι, όλοι αυτοί έχουν χτυπηθεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό: ο συνετός και μη
συνετός, ο εργατικός και ο αργόσχολος, ο πλούσιος και ο πάμφτωχος’ και αν τα
πράγματα είναι έτσι που ακόμη και οι πλούσιοι, εργατικοί και προσεκτικοί στις

επενδύσεις τους αμπελουργοί, είναι εξαναγκασμένοι να πουν πως δεν μπορούν πλέον να
προμηθεύονται οι ίδιοι τροφή, τότε η αιτία αποδεδειγμένα δεν πρόκειται να βρεθεί σ’
αυτούς.»
«Είναι αλήθεια ότι σε ευνοϊκές χρονιές, οι αμπελουργοί αγόρασαν νέα κομμάτια γης σε
τιμές υψηλότερες των συνηθισμένων, και ότι απέκτησαν χρέη, υπολογίζοντας ότι τα
έσοδά τους, θα έφταναν για να τα ξεπληρώσουν σταδιακά. Αλλά είναι ακατανόητο πως
αυτό, που είναι απόδειξη του δημιουργικού και εργατικού πνεύματος αυτών των
ανθρώπων, μπορεί να αποκαλεστεί πολυτέλεια, και πως μπορεί να ειπωθεί ότι η παρούσα
κατάσταση των αμπελουργών έχει προκύψει επειδή η προηγούμενη κατάσταση των
πραγμάτων ήταν μια αφύσικη, για την οποία οι μη λογικοί πληρώνουν τώρα.»
«Ο διοικητής του παραρτήματος του Υποθηκοφυλακείου επιβεβαιώνει τώρα ότι οι
άνθρωποι που, σύμφωνα με αυτόν, δεν ήταν προηγουμένως ούτε ιδιοκτήτες (!!), μπήκαν
σε πειρασμό από τις ασυνήθιστα καλές χρονιές, αύξησαν υπερβολικά το σύνολο των
αμπελιών, και ότι η μόνη λύση τώρα βρίσκεται στη μείωση του αριθμού των αμπελιών.»
«Αλλά πόσο ασήμαντο είναι το μέγεθος των αμπελιών το οποίο πρέπει να
προσαρμοστεί στην καλλιέργεια φρούτων ή λαχανικών, σε σύγκριση με την πλειοψηφία
η οποία, πέρα από τα σταφύλια, μπορούν να παράγουν μόνο είδη θάμνων και
χαμόδεντρα! Και μπορεί να είναι έτσι που αυτός ο υψηλά σεβαστός πληθυσμός, που
συνωστίζεται σε μια τόσο μικρή σχετικά περιοχή λόγω της αμπελουργίας, και αγωνίζεται
τόσο θαρραλέα ενάντια στη δυστυχία του, δεν αξίζει ούτε μια προσπάθεια να απαλύνει
τη δυστυχία του, έτσι ώστε να μπορέσει να κρατηθεί, μέχρι πιο ευνοϊκές περιστάσεις
κάνουν δυνατό γι’ αυτόν να ξαναδυναμώσει, και να γίνει για το κράτος ότι ήταν
προηγουμένως, δηλαδή, μια πηγή εισοδήματος ισάξια της οποίας δεν μπορεί να βρεθεί
σε καμία περιοχή ίσου μεγέθους πέρα από τις πόλεις.»
Ο υπηρεσιακός εισηγητής:
«Είναι, φυσικά, αρκετά κατανοητό ότι οι πλουσιότεροι ιδιοκτήτες, επίσης,
εκμεταλλεύονται αυτή την δυστυχία των φτωχότερων αμπελουργών για να αποκτήσουν
για τους εαυτούς όλα τα πιθανά ανακουφιστικά μέτρα και πλεονεκτήματα, από μια
ζωντανή περιγραφή της προηγούμενης χαρούμενης κατάστασης των πραγμάτων σε
αντίθεση με την παρούσα λιγότερο ευνοϊκή, αλλά παρ’ όλα αυτά ακόμη επικερδή,
κατάσταση.»
Εφημερίδα του Ρήνου φύλλο Νο 18, 18 Ιανουαρίου,1843
Η απάντηση της διοίκησης της Κοινωνίας:
«Εμείς το οφείλουμε στην τιμή μας και στη βαθύτατη πεποίθησή μας, να
διαμαρτυρηθούμε ενάντια στην κατηγορία ότι εμείς εκμεταλλευόμαστε, τη δυστυχία των
φτωχότερων αμπελουργών, για να αποκτήσουμε για τους εαυτούς μας όλα τα πιθανά
πλεονεκτήματα και μέτρα ανακούφισης με μέσα ζωντανών περιγραφών.»
«Όχι, εμείς υποστηρίζουμε – και ελπίζουμε ότι θα είναι αρκετό για τη δικαίωσή μαςπως εμείς ήμασταν πολύ μακριά του να έχουμε εγωιστικούς σκοπούς, και πως όλες μας
οι προσπάθειες κατευθύνονταν στο να ενημερώσουμε το κράτος, με μια ειλικρινή και
αληθή περιγραφή της κατάστασης των φτωχών αμπελουργών, μιας κατάστασης η
περαιτέρω ανάπτυξη της οποίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το να είναι επικίνδυνη
για το κράτος το ίδιο! Όποιος γνωρίζει τη μεταβολή, την οποία η παρούσα τραγική
κατάσταση των αμπελουργών έχει ήδη σε μεγάλο βαθμό προξενήσει στην οικιακή τους

ζωή και στη βιομηχανική δραστηριότητα, ακόμη και ως προς τη θνησιμότητα, δεν μπορεί
παρά να τρέμει μπρος στο μέλλον, όταν σκέφτεται μια παράταση ή ακόμη επιδείνωση
μιας τέτοιας δυστυχίας.»
Πρέπει να γίνει παραδεκτό, κατ’ αρχήν, πως η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να
αποφασίσει αλλά πρέπει να ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην άποψη του συντάκτη της και
την αντίθετη άποψη των αμπελουργών. Φέρνοντας στο μυαλό, επιπλέον, ότι η αναφορά
του κυρίου von Zuccalmaglio χρονολογείται 12 Δεκεμβρίου, 1839, και η απάντηση της
Κοινωνίας χρονολογείται 15 Ιουλίου,1840, έπεται ότι μέχρι αυτή την εποχή η άποψη του
συντάκτη πρέπει να ήταν, αν ό χι η βάση, σε κάθε βαθμό η κυρίαρχη γνώμη του
κυβερνητικού κολεγίου. Το 1839, τουλάχιστον, η αναφορά τίθονταν ακόμη αντίθετα στο
υπόμνημα της Κοινωνίας, ως η κρίση της κυβέρνησης, και γι’ αυτό, ήταν μια περίληψη
της κυβερνητικής άποψης, γιατί αν μια κυβέρνηση είναι σταθερή, η τελευταία της άποψη
μπορεί σίγουρα να θεωρηθεί ως το αθροιστικό σύνολο των προηγούμενων απόψεων και
εμπειριών της. Στην αναφορά, ωστόσο, όχι μόνο η κατάσταση δυστυχίας δεν
αναγνωρίζεται ως γενική, αλλά δεν υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσης ακόμη και του
παραδεκτού κράτους δυστυχίας, γι’ αυτό δηλώνεται: «Το κράτος θα είναι ικανό να
περιορίσει τον εαυτό του μόνο στο να κάνει την αλλαγή όσο το δυνατόν ευκολότερη για
τον παρόντα πληθυσμό με κατάλληλα μέτρα.» Υπό αυτές τις συνθήκες, η αλλαγή πρέπει
να γίνει για να απαλύνει τη σταδιακή καταστροφή (Untergang). Η καταστροφή των
φτωχότερων αμπελουργών θεωρείται ως ένα είδος φυσικού φαινομένου, στο οποίο
κάποιος πρέπει να παραδοθεί εξ’ αρχής, ψάχνοντας μόνο να απαλύνει το ανέφικτο!
«Φυσικά», δηλώνεται, «αυτό δεν μπορεί να συμβεί άνευ μεγάλων ελλείψεων». Η
Κοινωνία, γι’ αυτό επίσης θέτει το ερώτημα για το αν οι αμπελουργοί του Μοζέλ δεν
αξίζουν έστω μια «προσπάθεια» για να σωθούν. Αν η κυβέρνηση είχε μια αποφασιστικά
αντίθετη στάση, θα είχε τροποποιήσει την αναφορά εξ’ αρχής, εφόσον η αναφορά κάνει
μια τόσο σαφή δήλωση σε ένα τέτοιο σημαντικό ζήτημα, όπως η στόχευση και η
απόφαση του κράτους σ’ αυτό το θέμα. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι το κράτος
δυστυχίας των αμπελουργών, θα μπορούσε να γίνει παραδεκτό, χωρίς να υπάρχει καμία
προσπάθεια επίλυσής του.
Παραθέτο υμε τώρα ακόμη ένα άλλο παράδειγμα το υ είδο υς των πληροφοριών που
δίνεται στις αρχές για τις συνθήκες στην περιοχή Μοζέλ. Το 1838, ένας υψηλά ιστάμενος
διοικητικός υπάλληλος ταξίδεψε στην περιοχή Μοζέλ. Σε ένα συνέδριο στο Πιεσπορτ με
δύο επαρχιακούς προέδρους, αυτός ρώτησε τον ένα από αυτούς πως ήταν η ιδιοκτησιακή
κατάσταση των αμπελουργών και έλαβε την απάντηση: «… Οι αμπελουργοί ζουν πολύ
πολυτελώς και χάρη σ’ αυτό τον λόγο τα πράγματα δε μπορούν να χειροτερέψουν γι’
αυτούς.»
Ωστόσο, η πολυτέλεια έχει ήδη γίνει ιστορία των προηγούμενων καιρών. Μόνο
συμπτωματικά τονίζουμε εδώ ότι αυτή η άποψη, η οποία συμπίπτει με την υπηρεσιακή
αναφορά, δεν έχει με κανένα τρόπο γενικώς εγκαταλειφθεί. Ανακαλούμε την δήλωση του
Koblenz δημοσιευμένη στο Παράρτημα I του Τύπου της Φρανκφούρτης φύλλο Νο 349
(1842), η οποία κάνει λόγο για την ισχυριζόμενη κατάσταση δυστυχίας των
αμπελουργών του Μοζέλ.
Η σχολιασμένη παραπάνω υπηρεσιακή άποψη αντανακλάται, επίσης, στην
συμπεριφορά των υψηλότερων κλιμακίων, η οποία αμφιβάλει για την κατάσταση
«απελπισίας» των αμπελουργών και για τη γενική φύση της δυστυχίας, ως εκ το ύτο υ
επίσης για τις γενικές της αιτίες. Οι αναφορές της Κοινωνίας που σχολιάστηκαν

προηγουμένως περιέχουν, ούτως ή άλλως, τις ακόλουθες απαντήσεις του υπουργείου
Οικονομικών στις ποικίλες εκκλήσεις.
«Παρόλα αυτά, όπως δείχνουν οι τιμές αγοράς του κρασιού, οι ιδιοκτήτες των
αμπελιών στο Μοζέλ και στο Σαάρ συμπεριλαμβανόμενοι στο πρώτο και δεύτερο
φορολογικό κλιμάκιο, δεν έχουν κανένα λόγο να μην είναι ικανοποιημένοι, αν και δεν
αρνείται ότι οι αμπελουργοί των οποίων τα προϊόντα είναι κατώτερης ποιότητας δεν
είναι σε εξίσου ευνοϊκή κατάσταση.»
Προς απάντηση μιας έκκλησης για απαλλαγή φορολογίας το 1838, δηλώνεται: «Σε
απάντηση της αντιπροσωπείας σας που στάλθηκε εδώ στις 10 Οκτωβρίου του
προηγούμενου χρόνου, πρέπει να σας πληροφορήσουμε ότι η έκκλησή σας για μια γενική
απαλλαγή, όλης της φορολογίας κρασιού για το 1838, δεν μπορεί να συζητηθεί, εφόσον
εσείς δεν ανήκετε στην τάξη που είναι σε μέγιστη ανάγκη για εξέταση, και της οποίας η
κατάσταση δυστυχίας, κτλ είναι ευεξήγητη από αρκετούς άλλους λόγους πέραν της
φορολογίας.»
Εφόσον θέλουμε να δομήσουμε την έκθεσή μας μόνο σε πραγματικό υλικό,
προσπαθώντας, όσο μπορούμε, να παρουσιάσουμε μόνο γεγονότα στην γενική μορφή,
εμείς θα ξεκαθαρίσουμε αρχικά τις γενικές ιδέες που υπόκεινται στον διάλογο ανάμεσα
στην κοινωνία του Τριέρ για την Προαγωγή της Αμπελουργίας και στον κυβερνητικό
συντάκτη.
Η κυβέρνηση πρέπει να διορίσει έναν υπάλληλο να δώσει μια γνώμη ειδικού στο
υπόμνημα που παρουσιάζεται σ’ αυτή. Φυσικά διορίζει έναν υπάλληλο ο οποίος έχει την
μεγαλύτερη δυνατή γνώση του θέματος, κατά προτίμηση γι’ αυτό έναν υπάλληλο που ο
ίδιος πήρε μέρος στην ρύθμιση της κατάστασης στην περιοχή Μοζέλ. Αυτός ο
υπάλληλος δεν ενοχλείται στο να βρει τα παράπονα που περιέχονται στο ντοκουμέντο
υπό συζήτηση, να επιτίθενται στην υπηρεσιακή κατανόησή του και στην υπαλληλική του
δραστηριότητα. Είναι γνώστης της συνεπής του άσκησης του καθήκοντός του και της
λεπτομερούς υπηρεσιακής πληροφορίας στη διάθεσή του’ ξαφνικά έρχεται αντιμέτωπος
με την αντίθετη άποψη, και τι θα ήταν πιο φυσικό απ’ το να πρέπει να λάβει θέση
ενάντια στον αιτούμενο, και ότι οι προθέσεις του τελευταίου, οι οποίες πάντα μπορούν
να συνδεθούν με ιδιωτικά ενδιαφέροντα, θα έπρεπε να φαίνονται σ’ αυτόν ύποπτες, και
ότι γι’ αυτό θα έπρεπε να τις υποπτευθεί. Αντί να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες στο
υπόμνημα, αυτός προσπαθεί να τις απορρίψει. Επιπρόσθετα, ο προφανώς φτωχός
αμπελουργός δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε τη μόρφωση, για να περιγράψει την κατάστασή
του’ ως εκ τούτου ο φτωχός αμπελουργός είναι ανίκανος να μιλήσει, ενώ ο καλλιεργητής
αμπελιών που μπορεί να μιλήσει, δεν είναι προφανώς φτωχός, και γι’ αυτό τα παράπονά
του φαίνονται αβάσιμα. Αλλά αν ακόμη και οι μορφωμένοι καλλιεργητές αμπελιών
κατηγορούνται ότι δεν έχουν την υπηρεσιακή κατανόηση, πως θα μπορούσαν οι
αμόρφωτοι αμπελουργοί να σταθούν απέναντι στην υπηρεσιακή κατανόηση.
Από μεριάς τους, οι ιδιώτες που παρατήρησαν την αληθινή φτώχεια των άλλων στη
μέγιστη διάσταση της ανάπτυξής της, οι οποίοι τη βλέπουν σταδιακά να τους πλησιάζει
και τους ίδιους, και οι οποίοι, επίσης, γνωρίζουν πως το ιδιωτικό συμφέρον που
υπερασπίζονται είναι εξίσου ένα κρατικό συμφέρον, και υποστηρίζεται από αυτούς ως
ένα κρατικό συμφέρον, αυτοί οι ιδιώτες δεν είναι μόνο βέβαιο πως θα νιώσουν ότι η δική
τους τιμή αμφισβητείται, αλλά θεωρούν ακόμη πως η πραγματικότητα η ίδια έχει
αλλοιωθεί υπό την επίδραση μιας μονομερούς και αυθαίρετα θεμελιωμένης άποψης. Ως
εκ τούτου αυτοί αντιτίθενται στην υπεροπτική υπόθεση της γραφειοκρατίας’ αυτοί

τονίζουν την αντίφαση ανάμεσα στην πραγματική φύση του κόσμου και αυτήν που
αποδίδεται σ’ αυτήν στα κυβερνητικά γραφεία, αντιπαραθέτοντας τις χειροπιαστές
αποδείξεις στις υπηρεσιακές αποδείξεις. Και τελικά, δεν μπορούν να αποφύγουν να
υποπτευθούν πως πίσω από τη συνολική προκατάληψη της εκτίμησής τους, για την
πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, η οποία βασίζεται σε βάσιμες πεποιθήσεις και
αληθινά γεγονότα, υπάρχει μια εξωτερική πρόθεση, ονομαστικά, η πρόθεση να
υποστηρίζεται με επιμονή η υπηρεσιακή κρίση σε αντίθεση προς τη νοημοσύνη των
πολιτών. Ως αποτέλεσμα, αυτοί συμπεραίνουν επίσης, ότι ο ειδήμων υπάλληλος που
έρχεται σε επαφή με τις συνθήκες ζωής τους, δεν θα δώσει μια αμερόληπτη περιγραφή
τους, ακριβώς επειδή αυτές οι συνθήκες είναι εν μέρει το αποτέλεσμα των
δραστηριοτήτων του, ενώ ο αμερόληπτος υπάλληλος, που θα μπορούσε να δώσει μια
επαρκώς αμερόληπτη κρίση, δεν είναι ειδήμων. Όταν ωστόσο, ο ανώτερος υπάλληλος
κατηγορεί τους ιδιώτες ότι εξυψώνουν τις ιδιωτικές τους υποθέσεις στο επίπεδο ενός
κρατικού συμφέροντος, οι ιδιώτες κατηγορούν τον ανώτερο υπάλληλο ότι υποβιβάζει το
κρατικό συμφέρον, στο επίπεδο των ιδιωτικών υποθέσεων του εαυτού του, από τις οποίες
όλοι οι υπόλοιποι εξαιρούνται σαν να είναι απλοί ερασιτέχνες. Με αυτόν τον τρόπο
ακόμη και η πιο προφανής πραγματικότητα εμφανίζεται απατηλή σε σύγκριση με την
πραγματικότητα που περιγράφεται στα κατάστιχα, τα οποία είναι υπηρεσιακά και γι’
αυτό ενός κρατικού χαρακτήρα, και σε σύγκριση με την νοημοσύνη βασιζόμενη σ’ αυτή
την υπηρεσιακή πραγματικότητα. Ως εκ τούτου για το ν υπάλληλο μό νο η σφαίρα της
δραστηριό τητας των αρχών είναι το κράτο ς, ενώ ο κό σμο ς έξω από αυτή τη σφαίρα
δραστηριότητας είναι απλά ένα αντικείμενο κρατικής δραστηριότητας, που στερείται
ολοκληρωτικά την κρατική νοημοσύνη και την κρατική κατανόηση. Τελικά, στην
περίσταση μιας διαβόητης άσχημης κατάστασης, ο υπάλληλος αποδίδει την κύρια
κατηγορία στους ιδιώτες οι οποίοι, αυτός ισχυρίζεται, είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για την
άσχημη κατάστασή τους, ενώ αυτός αρνείται να επιτρέψει οποιαδήποτε επίθεση στην
υπεροχή των διοικητικών αρχών ή ιδρυμάτων, τα οποία είναι τα ίδια υπηρεσιακές
δημιουργίες, και κανένα μέρος από τα οποία, αυτός δεν είναι πρόθυμος να αποχωριστεί.
Ο ιδιώτης, από την άλλη, έχοντας συνείδηση της εργατικότητάς του, της εγκράτειάς του,
της σκληρής μάχης του, ενάντια στις φυσικές και κοινωνικές συνθήκες, απαιτεί ότι ο
υπάλληλος που υποτίθεται πως είναι η μόνη δημιουργική δύναμη του κράτους, θα έπρεπε
να βάζει ένα τέλος στη δυστυχία του, και εφόσον αυτός ο υπάλληλος υποστηρίζει ότι
μπορεί να κάνει τα πάντα σωστά, ότι θα ‘πρεπε αυτός να αποδείξει την ικανότητά του να
επιλύει την άσχημη κατάσταση με την δραστηριότητά του, ή τουλάχιστον να γνωρίζει
πως οι θεσμοί που ήταν κατάλληλοι μια συγκεκριμένη περίοδο έχουν γίνει ακατάλληλοι
υπό τελείως αλλαγμένες καταστάσεις.
Η ίδια άποψη της ανώτερης υπηρεσιακής γνώσης και η ίδια αντίθεση μεταξύ της
διοίκησης και του αντικειμένου που διοικείται, επαναλαμβάνεται μέσα στον κόσμο της
γραφειοκρατίας της ίδιας. Βλέπουμε ότι το παράρτημα του Υποθηκοφυλακείου, στην
κρίση το υ για την περιοχή Μοζέλ, ασχολείται πρωταρχικά με το να επιβεβαιώνει το
αλάνθαστο του Υποθηκοφυλακείου, και όπως το Υπουργείο Οικονομικών επιμένει ότι το
κακό προέρχεται από «αρκετές άλλες» αιτίες εκτός από την «φορολογία», έτσι η
διοίκηση θα βρει ότι η βάση της δυστυχίας δεν είναι καθόλου μέσα στην ίδια, αλλά εκτός
αυτής. Όχι σκόπιμα, αλλά αναγκαία, ο ιδιώτης υπάλληλος, ο οποίος είναι σε πιο κοντινή
επαφή με τον αμπελουργό, βλέπει την κατάσταση των πραγμάτων ως καλύτερη, ή άλλη,
από αυτή που είναι πραγματικά. Αυτός πιστεύει πως το ζήτημα, του εάν, τα πράγματα

είναι σωστά στην περιοχή του, μετατρέπεται στο ζήτημα του αν αυτός διοικεί την
περιοχή σωστά. Το αν οι διοικητικές αρχές και τα ιδρύματα είναι καλά ή όχι, είναι ένα
ζήτημα που τίθεται εκτός της σφαίρας του, και γι’ αυτό μπορεί μόνο να κριθεί στα
ανώτερα διοικητικά όργανα, όπου μια ευρύτερη και βαθύτερη γνώση της υπηρεσιακής
φύσης των πραγμάτων, π.χ., της σύνδεσής τους με το κράτος ως όλο, κυριαρχεί. Θα
μπορούσε να είναι πολύ ειλικρινώς πεπεισμένος ότι αυτός ο ίδιος διοικεί καλά. Ως εκ
τούτου είτε θα θεωρήσει την κατάσταση, ως όχι τόσο ολοκληρωτικά απεγνωσμένη, είτε,
αν αυτός την θεωρήσει έτσι, θα ψάξει για την αιτία εκτός της διοίκησης, εν μέρει στη
φύση, η οποία είναι ανεξάρτητη του ανθρώπου, εν μέρει στην ιδιωτική ζωή, η οποία
είναι ανεξάρτητη της διοίκησης, και εν μέρει σε συμπτωματικές καταστάσεις, οι οποίες
δεν εξαρτώνται από κανέναν.
Τα ανώτερα διοικητικά σώματα έχουν την τάση να πιστεύουν στους υπαλλήλους τους
απ’ ότι στα πρόσωπα που διοικούνται, τα οποία δεν μπορεί να υποτεθεί πως έχουν την
ίδια υπηρεσιακή κατανόηση. Ένα διοικητικό όργανο, επιπλέον, έχει τις παραδόσεις του.
Έτσι, σχετικά με την περιοχή του Μοζέλ επίσης, αυτή έχει τις δικές της για κάθε μια από
τις εγκαθιδρυμένες αρχές, έχει την υπηρεσιακή της εικόνα της περιοχής, στο
Υποθηκοφυλακείο, έχει υπηρεσιακά δεδομένα για τα έσοδα και τα έξοδα, έχει παντού,
παράλληλα με την πραγματική πραγματικότητα, μια γραφειοκρατική πραγματικότητα, η
οποία διατηρεί την αρχή της όσο κι αν οι καιροί αλλάζουν. Επιπροσθέτως, οι δύο
καταστάσεις, ονομαστικά, ο νόμος της υπηρεσιακής ιεραρχίας και η αρχή ότι υπάρχουν
δύο κατηγορίες πολιτών- οι ενεργοί, γνώστες πολίτες σε σχέση με τη διοίκηση, και οι
παθητικοί, απληροφόρητοι πολίτες που είναι αντικείμενο της διοίκησης- αυτές οι δύο
περιστάσεις είναι αμοιβαία συμπληρωματικές. Σε συμφωνία με την αρχή πως το κράτος
έχει συνείδηση και ενεργή ύπαρξη στην διοίκηση, κάθε κυβέρνηση θα θεωρήσει την
κατάσταση μιας περιοχής- όσο αφορά την κρατική πτυχή του θέματος- ως αποτέλεσμα
της δουλειάς των προκατόχων της. Σύμφωνα με το νόμο της ιεραρχίας, αυτός ο
προκάτοχος στις περισσότερες περιπτώσεις θα έχει ήδη μια υψηλότερη θέση, συχνά την
αμέσως ανώτερη. Τελικά, κάθε κυβέρνηση δραστηριοποιείται, από τη μια, από τη
συνείδηση ότι το κράτος έχει νόμους τους οποίους, πρέπει να εφαρμόζει απέναντι σε όλα
τα ιδιωτικά συμφέροντα, και από την άλλη, σαν μια επιμέρους ανεξάρτητη διοικητική
αρχή, το καθήκον της δεν είναι να δημιουργεί θεσμούς και νόμους, αλλά να τους
εφαρμόζει. Ως εκ τούτου, μπορεί να προσπαθήσει να ανασχηματίσει όχι τη διοίκηση την
ίδια, αλλά μόνο το αντικείμενο που διοικείται. Δεν μπορεί να προσαρμόσει τους νόμους
της στην περιοχή του Μοζέλ, μπορεί μόνο να προσπαθήσει να προάγει την ευημερία της
περιοχής Μοζέλ, μέσα στα όρια των αυστηρά καθορισμένων αρχών διοίκησής της. Όσο
πιο τολμηρά και ειλικρινά, μια κυβέρνηση δρα γι’ αυτό – μέσα στα πλαίσια των ήδη
εγκαθιδρυμένων διοικητικών αρχών και ιδρυμάτων από τα οποία η ίδια κυβερνείται- για
να αποβάλει -δηλαδή- μια προφανή κατάσταση δυστυχίας που αγκαλιάζει ίσως μια
ολόκληρη περιοχή, και όσο πιο ξεροκέφαλα το κακό ανθίσταται στα μέτρα που
λαμβάνονται εναντίον του, και αυξάνεται παρόλη την καλή διοίκηση, τόσο πιο
προφανής, ειλικρινής και αποφασιστική θα είναι η πεποίθηση πως αυτή είναι μια ανίατη
κατάσταση δυστυχίας, για την οποία η διοίκηση, π.χ., το κράτος , δεν μπορεί να κάνει
τίποτα για να την αλλάξει, και η οποία απαιτεί περισσότερο μια αλλαγή στο τμήμα
εκείνων που διοικούνται.
Ενώ ωστόσο, οι χαμηλότερες διοικητικές αρχές εμπιστεύονται την υπηρεσιακή
κατανόηση εκείνων πάνω από αυτές, ότι οι διοικητικές αρχές είναι καλές, και είναι οι

ίδιοι έτοιμοι, να απαντήσουν για την πρέπουσα πραγμάτωσή τους, σε κάθε ξεχωριστή
περίπτωση, οι ανώτερες διοικητικές αρχές είναι πλήρως πεπεισμένες για το σωστό των
γενικών αρχών και εμπιστεύονται τα σώματα που υπόκεινται σε αυτές, για να
διορθώσουν την υπηρεσιακή κρίση σε κάθε περίπτωση, για την οποία, επιπλέον, αυτοί
έχουν υπηρεσιακές αποδείξεις.
Μ’ αυτόν τον τρόπο είναι πιθανό για μια κυβέρνηση με τους καλύτερους σκοπούς να
φτάνει στην αρχή που εκφράστηκε από τον κυβερνητικό συντάκτη στο Τριέρ σε σχέση
με την περιοχή Μοζέλ: «Το κράτος θα μπορέσει να περιοριστεί μόνο στο να κάνει τη
μετατροπή όσο το δυνατόν ευκολότερη για τον παρόντα πληθυσμό με κατάλληλα
μέτρα.»
Αν κοιτάξουμε τώρα, κάποιες από τις μεθόδους που εφαρμόσθηκαν, και τις οποίες η
κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει, για να απαλύνει τη δυστυχία στην περιοχή του Μοζέλ,
θα βρούμε τη διαφωνία μας επιβεβαιωμένη τουλάχιστον από την ιστορία της διοίκησης
που είναι προσιτή σε όλους’ την μυστική ιστορία, βεβαίως, δεν μπορούμε να την
κρίνουμε. Περιλαμβάνουμε ανάμεσα σε αυτά τα μέτρα, την απαλλαγή από τους φόρους
σε κακές χρονιές κρασιού, την συμβουλή να προχωρήσουν σε κάποιες άλλες
καλλιέργειες όπως η σηροτροφία, και, τελικά, την πρόταση να περιοριστεί η κατάτμηση
της γαιοκτησίας. Το πρώτο από αυτά τα μέτρα, προφανώς, μπορεί μόνο να ανακουφίσει,
όχι να θεραπεύσει. Είναι ένα παροδικό μέτρο, με το οποίο το κράτος κάνει μια εξαίρεση
στη νομοθεσία του, και μια εξαίρεση η οποία δεν κοστίζει σε αυτό πολύ. Επιπλέον, δεν
είναι η συνεχής κατάσταση της δυστυχίας που απαλύνεται, είναι κατά παρόμοιο τρόπο
μια εξαιρετική εκδήλωση αυτής, όχι η χρόνια αρρώστια στην οποία οι άνθρωποι έχουν
συνηθίσει, αλλά μια οξεία μορφή αυτής η οποία έρχεται ξαφνικά.
Σε σχέση με τα δύο άλλα μέτρα, η διοίκηση ξεπερνάει τον ορίζοντα της
δραστηριότητάς της. Η θετική δραστηριότητα την οποία εκτελεί εδώ συνίσταται μερικώς
στο να συμβουλεύει τους κατοίκους της περιοχής Μοζέλ για το πώς οι ίδιοι μπορούν να
βοηθήσουν τον εαυτό τους και εν μέρει στο να προτείνει ένα περιορισμό ή ακόμη μία
άρνηση ενός δικαιώματος που προηγουμένως είχαν. Εδώ γι’ αυτό το λόγο, βρίσκουμε
επιβεβαιωμένο τον τρόπο σκέψης που περιγράψαμε παραπάνω. Η διοίκηση, που θεωρεί
ότι η κατάσταση δυστυχίας της περιοχής Μοζέλ, είναι ανίατη και λόγω των περιστάσεων
που βρίσκονται εκτός της σκοπιάς των αρχών της και της δραστηριότητας της,
συμβουλεύει τους κατοίκους του Μοζέλ έτσι ώστε να κανονίσουν τη ζωή τους, δηλαδή
να προσαρμοστούν στα παρόντα διοικητικά ιδρύματα, και έτσι να μπορέσουν να
υπάρξουν, σε μια ανεκτή προσαρμογή μέσα σε αυτά. Ο αμπελουργός ο ίδιος, θλίβεται
βαθιά από τέτοιες προτάσεις, ακόμη κι αν τον φτάνουν μόνο με φήμες. Θα ήταν
ευγνώμων αν η κυβέρνηση διεξήγαγε πειράματα με έξο δά της, αλλά νιώθει ό τι η
συμβουλή να κάνει πειράματα ο ίδιος στον εαυτό του σημαίνει πως η κυβέρνηση
αρνείται να τον βοηθήσει με τη δραστηριότητά της. Αυτός θέλει βοήθεια, όχι συμβουλές.
Όσο και αν εμπιστεύεται την γνώση που έχει αποκτηθεί από τη διοίκηση στην σφαίρα
της, κι όσο εμπιστευτικά στρέφεται προς αυτήν για τέτοια θέματα, αυτός πιστώνει τον
εαυτό του το ίδιο, με αναγκαία κατανόηση στην δική του σφαίρα. Αλλά αν ο περιορισμός
των αναδασμών της γαιοκτησίας, αντιφάσκει με το κληρονομημένο αίσθημα
δικαιοσύνης του’ ο αμπελουργός το θεωρεί αυτό ως μια πρόταση να προσθέσει νόμιμη
ανέχεια στη φυσική του ανέχεια, γιατί αυτός θεωρεί κάθε παραβίαση της ισότητας
απέναντι στο νόμο ως την κατάργηση του δικαίου. Αισθάνεται, κάποιες φορές
συνειδητά, κάποιες φορές ασυνείδητα, ότι η διοίκηση υπάρχει για χάρη της χώρας και όχι

η χώρα για χάρη της διο ίκησης, αλλά ό τι αυτή η σχέση αντιστρέφεται ό ταν η χώρα
πρέπει να μετατρέψει τα έθιμά της, τα δικαιώματά της, το είδο ς δο υλειάς της και την
ιδιωτική ιδιοκτησία ώστε να ταιριάζει στη διοίκηση. Ο κάτοικος του Μοζέλ, γι’ αυτό,
απαιτεί, εφόσον διεξάγει τη δουλειά για την ο ποία η φύση και η παράδοση το ν έχο υν
προορίσει, το κράτος θα ‘πρεπε να δημιουργεί συνθήκες γι’ αυτόν, στις οποίες αυτός
μπορεί να αναπτυχθεί, να ευημερήσει, και να ζήσει. Ως εκ τούτου τέτοιες αρνητικές
επινοήσεις απέτυχαν όταν συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα όχι μόνο των
υπαρχουσών συνθηκών, αλλά και της πολιτικής συνείδησης.
Εφημερίδα του Ρήνου, φύλλο Νο 19, 19 Ιανουαρίου,1843
Ποια είναι τότε η σχέση της διοίκησης προς την δυστυχία στην περιοχή Μοζέλ; Η
κατάσταση δυστυχίας της περιοχής Μοζέλ είναι την ίδια στιγμή μια δυστυχής κατάσταση
της διοίκησης. Η διαρκής κατάσταση της δυστυχίας ενός τμήματος της χώρας (και ένα
κράτος δυστυχίας, το οποίο, αρχίζοντας σχεδόν απαρατήρητο περισσότερο από μια
δεκαετία πριν, αρχικά σταδιακά, και έπειτα ακαταμάχητα, αναπτύσσεται σε κλίμακα και
λαμβάνει ακόμα πιο απειλητικές διαστάσεις, μπορεί να ονομαστεί διαρκές) πιστοποιεί
μια αντίφαση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις διοικητικές αρχές, όπως, από την
άλλη πλευρά, όχι μόνο το έθνος, αλλά και η κυβέρνηση επίσης, θεωρεί την ευημερία
μιας περιοχής, σαν μια πραγματική επιβεβαίωση της καλής διοίκησης. Η διοίκηση,
ωστόσο, λόγω της γραφειοκρατικής της φύσης, μπορεί να κατανοήσει τους λόγους της
δυστυχίας όχι στη σφαίρα που διοικεί, αλλά μόνο στη σφαίρα της φύσης και των ιδιωτών
που βρίσκονται εκτός της σφαίρας της διοίκησης. Οι διοικητικές αρχές, ακόμη και με τις
καλύτερες προθέσεις, την πιο τολμηρή ανθρωπιά και την πιο δυνατή ευφυΐα, δεν
μπορούν να βρουν λύση σε μια σύγκρουση που είναι περισσότερο από μνημειώδης ή
εφήμερη, την συνεχή σύγκρουση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις αρχές διοίκησης,
γιατί δεν είναι δικό τους υπηρεσιακό καθήκον, ούτε θα ήταν δυνατό, παρά τις καλύτερες
προθέσεις, να δημιουργηθεί ένα ρήγμα σε ουσιώδη σχέση ή, αν προτιμάται, μοίρα
[Verhangnis]. Αυτή η ουσιώδης σχέση είναι η γραφειοκρατική σχέση, και στο διοικητικό
σώμα το ίδιο και στις σχέσεις του με το διοικούμενο σώμα.
Από την άλλη πλευρά, ο ιδιώτης αμπελουργός δεν μπορεί να αρνηθεί πλέον ότι η κρίση
του μπορεί να επηρεαστεί, σκόπιμα ή μη, από ιδιωτικό συμφέρον, και γι’ αυτό η
ορθότητα της κρίσης του δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί πλήρως. Επιπλέον, θα
συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει στο κράτος πληθώρα ιδιωτικών συμφερόντων που
θίγονται, και οι γενικές αρχές της διοίκησης δεν μπορούν να εγκαταλειφθούν ή να
τροποποιηθούν για χάρη τους. Ακόμη, αν επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει μια δυστυχία γενικού
χαρακτήρα, και ότι διακυβεύεται η γενική ευημερία με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιες
διαστάσεις, που η ιδιωτική δυστυχία γίνεται δυστυχία για το κράτος, και η άρση του ένα
καθήκον που το κράτος οφείλει στον εαυτό του, οι κυβερνήτες θεωρούν αυτήν την
επιβεβαίωση των κυβερνούμενων σε σχέση με αυτούς, ως ακατάλληλη γιατί οι
κυβερνήτες θεωρούν ότι αυτοί είναι στην καλύτερη θέση για να κρίνουν πόσο η
ευημερία του κράτους διακυβεύεται, και ότι αυτοί πρέπει να θεωρούνται ως έχοντες μια
βαθύτερη γνώση στη σχέση μεταξύ του όλου και των τμημάτων απ’ ότι τα τμήματα τα
ίδια. Επιπροσθέτως, τα άτομα, ακόμη και ένας μεγάλος αριθμός αυτών, δεν μπορούν να
ισχυριστούν ότι η φωνή τους είναι η φωνή των ανθρώπων’ αντιθέτως, η περιγραφή τους
για την κατάσταση πάντα συγκρατεί τον χαρακτήρα μιας ιδιωτικής δυσαρέσκειας.

Τελικά ακόμη κι αν η πεποίθηση των δυσαρεστούμενων ιδιωτών ήταν η πεποίθηση όλης
της περιοχής Μοζέλ, η τελευταία, ως μια ξεχωριστή διοικητική μονάδα, ως ένα
ξεχωριστό τμήμα της χώρας θα ήταν, σε σχέση με την επαρχία της όπως και σε σχέση με
το κράτος, στην θέση ενός ιδιώτη του οποίου οι πεποιθήσεις και οι επιθυμίες θα έπρεπε
να κριθούν μόνο σε σχέση με την γενική πεποίθηση και την γενική επιθυμία.
Για να επιλυθεί αυτή η δυσκολία, οι κυβερνώντες και οι κυβερνώμενοι επίσης, έχουν
ανάγκη ενός τρίτου στοιχείου, το οποίο θα ήταν πολιτικό, χωρίς να είναι υπηρεσιακό, ως
εκ τούτου όχι βασισμένο σε γραφειοκρατικές υποσχέσεις, ένα στοιχείο το οποίο θα ήταν
πολιτικής φύσης, χωρίς να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με ιδιωτικά συμφέροντα και τις
πιεστικές ανάγκες τους. Αυτό το συμπληρωματικό στοιχείο με το μυαλό ενός πολίτη του
κράτους, και την καρδιά ενός πολίτη, είναι ο ελεύθερος τύπος. Στο βασίλειο του τύπου,
κυβερνώντες και κυβερνώμενοι, ομοίως έχουν μια ευκαιρία να κρίνουν τις αρχές και τις
απαιτήσεις τους, και όχι πλέον σε μια σχέση υποταγής, αλλά βάση της ισότητας ως
πολίτες του κράτους’ όχι πλέον ως άτομα, αλλά ως διανοητικές δυνάμεις, ως ειδικοί της
αιτίας. Ο «ελεύθερος τύπος», όντας το προϊόν της κοινής γνώμης, είναι επίσης
δημιουργός της κοινής γνώμης. Μόνος του μπορεί να κάνει ένα ξεχωριστό συμφέρον
γενικό, μόνος του μπορεί να κάνει την δυστυχισμένη κατάσταση στην περιοχή του
Μοζέλ αντικείμενο γενικής προσοχής, και γενικής συμπάθειας, στο τμήμα της
Γερμανίας, μόνος του μπορεί να απαλύνει την δυστυχία μοιράζοντας το αίσθημά της σε
όλους.
Η συμπεριφορά του τύπου στις συνθήκες ζωής των ανθρώπων βασίζεται στην αιτία,
αλλά βασίζεται εξίσου και στο αίσθημα. Ως εκ τούτου, δεν μιλά μόνο στην έξυπνη
γλώσσα της κρίσης που υψώνεται πάνω από τις καταστάσεις, αλλά και στην παθιασμένη
γλώσσα των καταστάσεων των ίδιων, μια γλώσσα η οποία δεν μπορεί και δεν θα έπρεπε
να απαιτείται στις υπηρεσιακές αναφορές. Ο ελεύθερος τύπος, τελικά, φέρνει την ανάγκη
των ανθρώπων στην πραγματική της μορφή, όχι διαθλασμένη διαμέσου οποιουδήποτε
γραφειοκρατικού μέσου, στα σκαλιά του θρόνου, σε μια δύναμη μπρος στην οποία η
διαφορά ανάμεσα στους κυβερνήτες και τους κυβερνώμενους εξαφανίζεται και
παραμένουν εκεί μόνο εξίσου κοντά και εξίσου μακριά ξέχωροι πολίτες του κράτους.
Αν, γι’ αυτό, ένας πιο ελεύθερος τύπος έγινε ουσιώδης λόγω της ιδιαίτερης
κατάστασης δυστυχίας στην περιοχή του Μοζέλ, αν εκεί αυτό έγινε επείγον λόγω
πραγματικής, ανάγκης, είναι προφανές ότι καθόλου ιδιαίτερα εμπόδια στον τύπο δεν
ήταν αναγκαία ώστε να δημιουργηθεί μια τέτοια ανάγκη, αλλά ότι, αντιθέτως μια
εξαιρετική ελευθερία του τύπου απαιτούνταν για να ικανοποιήσει την υπάρχουσα
ανάγκη.
Σχετικά με το 2). Ο τύπος που ασχολείται με την κατάσταση στην περιοχή Μοζέλ είναι
σε κάθε περίπτωση μόνο ένα τμήμα του πρωσικού πολιτικού τύπου. Ως εκ τούτου, για να
ανακαλύψει κανείς την κατάστασή του, μπρος στην κοινοποίηση της συχνά
υποδεικνυόμενης Κυβερνητικής Διαταγής, θα είναι αναγκαίο να κοιτάξει επί τροχάδην
την κατάσταση όλου του πρωσικού τύπου πριν το 1841. Ας ακούσουμε έναν άνθρωπο
του οποίου η πίστη γενικά αναγνωρίζεται:
«Οι γενικές ιδέες και θέματα», λέει ο Dariel Hansernann στο βιβλίο του Preussen und
Frankreich, 2η έκδοση, Λειψία,1834, σελ 272, «αναπτύσσονται ήσυχα και ήρεμα στην
Πρωσία, και το κάνουν όσο το δυνατόν πιο απαρατήρητα, γιατί η λογοκρισία δεν
επιτρέπει οποιαδήποτε ολοκληρωτική συζήτηση, στις πρωσικές εφημερίδες, πολιτικών ή
ακόμη οικονομικών θεμάτων που αφορούν το κράτος, όσο τίμια και μετριοπαθής κι αν

είναι η διαμόρφωσή τους. Μια ολοκληρωτική συζήτηση μπορεί μόνο να σημαίνει μια
συζήτηση στην οποία τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα μπορούν να τεθούν
ανοιχτά. Σπάνια οποιοδήποτε οικονομικό ζήτημα μπορεί να συζητηθεί πλήρως χωρίς οι
συνδέσεις του, με την εσωτερική και την εξωτερική πολιτική να ερμηνεύονται επίσης,
γιατί υπάρχουν λίγα ζητήματα, ίσως κανένα, στην περίπτωση των οικονομικών θεμάτων,
στα οποία τέτοιες συνδέσεις δεν υπάρχουν. Το αν αυτή η άσκηση λογοκρισίας είναι
αναγκαίο κακό, ή η λογοκρισία θα μπορούσε να ασκηθεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο
στην παρούσα κατάσταση της κυβέρνησης στην Πρωσία, δεν είναι το ζήτημα εδώ, αρκεί
αυτό, πως έτσι είναι η κατάσταση.»
Πρέπει να υπομνησθεί, επιπλέον, η παρ. 1του διατάγματος λογοκρισίας της 19ης
Δεκεμβρίου, 1788, που αναφέρθηκε ήδη:
«Ο σκοπός της λογοκρισίας δεν είναι σίγουρα να δυσχεράνει, μια ευπρεπή, σοβαρή και
μετρημένη έρευνα για την αλήθεια ή διαφορετικά, να επιβάλλει οποιονδήποτε περιττό
και προβληματικό περιορισμό στους συγγραφείς »
Στο άρθρο 2 του διατάγματος λογοκρισίας της 18ης Οκτωβρίου 1819, και πάλι
δηλώνεται :
«Η λογοκρισία δεν θα εμποδίσει τη σοβαρή και μετρημένη έρευνα της αλήθειας ούτε θα
επιβάλλει αδικαιολόγητους περιορισμούς στους συγγραφείς.»
Συγκρίνετε με αυτό, τις εισαγωγικές λέξεις της οδηγίας του διατάγματος λογοκρισίας
της 24ης Δεκεμβρίου 1841. 130:
«Με σκοπό ήδη από τώρα, να ελευθερώσει τον τύπο από ανάρμοστους περιορισμούς,
πράγμα που είναι ενάντια στις προθέσεις του Υψηλοτάτου, η Αυτού Μεγαλειότητα, με
μια ανώτατη εντολή, που εκδόθηκε στο βασιλικό, κρατικό υπουργείο, με ευχαρίστηση
αποδοκίμασε ρητώς, οποιονδήποτε αδικαιολόγητο περιορισμό της δραστηριότητας των
συγγραφέων και […] μας εξουσιοδότησε να κατευθύνουμε τους λογοκριτές ξανά στη
δέουσα τήρηση του άρθρου 2 του διατάγματος λογοκρισίας της 18ης Οκτωβρίου 1819».
Τέλος ας θυμηθούμε την ακόλουθη δήλωση :
«Ο λογοκριτής μπορεί πολύ καλά να αποδεχθεί μια ειλικρινή συζήτηση και για
εσωτερικές υποθέσεις. –Η αδιαμφισβήτητη δυσκολία να καθοριστούν τα σωστά όρια σ’
αυτό το «θέμα», δεν πρέπει να αποτρέπει το λογοκριτή από την προσπάθεια να
συμμορφωθεί με την πραγματική πρόθεση του νόμου, ούτε να τον παρασύρει στην
επιθυμία εκείνη, η ποία έχει ήδη πολύ συχνά προκαλέσει παρερμηνεύσεις της πρόθεσης
της κυβέρνησης».
Λαμβάνοντας υπ’ όψη όλες αυτές τις επίσημες δηλώσεις, είναι ξεκάθαρο το ερώτημα
γιατί τα εμπόδια της λογοκρισίας προέκυψαν, παρά την επιθυμία των αρχών, οι όροι
στην περιοχή του Μοζέλ να συζητηθούν όσο το δυνατόν ειλικρινά και δημοσίως, και
προκύπτει, αντί για αυτό, το πιο γενικό ερώτημα: γιατί, παρά την «πρόθεση του νόμου»,
την «πρόθεση της Κυβέρνησης», και τέλος, την «πρόθεση του Υψηλοτάτου», έπρεπε ο
τύπος το 1841 ακόμη, ομολογουμένως, να ελευθερωθεί «από ανάρμοστους
περιορισμούς», και στη λογοκρισία του 1841 έπρεπε να υπομνησθεί το άρθρο 2 του
διατάγματος του 1819; Όσον αφορά συγκεκριμένα την περιοχή Μοζέλ, η προηγούμενη
ερώτηση δεν θα έπρεπε να ρωτάει ποια συγκεκριμένα εμπόδια προέκυψαν για τον τύπο,
αλλά ποια ειδικά μέτρα θα έπρεπε να ληφθούν για χάρη του τύπου, μέσω της εξαίρεσης,
για να εξασφαλιστεί ότι αυτή η μεροληπτική συζήτηση για τους εσωτερικούς όρους θα
είναι όσο το δυνατόν ειλικρινής και δημόσια.
Η πιο σαφής ένδειξη του εσωτερικού περιεχομένου και χαρακτήρα της πολιτικής

λογοτεχνίας και του καθημερινού τύπου πριν από την προαναφερθείσα διαταγή του
Υπουργικού συμβουλίου, περιέχεται στην ακόλουθη δήλωση της οδηγίας για την
λογοκρισία:
«Με αυτό τον τρόπο μπορεί να ελπίζει κανείς ότι και η πολιτική λογοτεχνία και ο
καθημερινός τύπος θα αντιληφθούν την λειτουργία τους καλύτερα, θα υιοθετήσουν ένα
πιο αξιοπρεπή τόνο και στο μέλλον θα θεωρήσουν ανάξιο να κερδοσκοπήσουν στην
περιέργεια των αναγνωστών τους μέσω της επικοινωνίας αβάσιμων αναφορών που
λαμβάνονται από ξένες εφημερίδες κτλ, κτλ… Πρέπει να αναμένεται ότι, ως εκ τούτου,
μεγαλύτερη συμπόνια για την πατρική γη θα προκληθεί και έτσι το εθνικό συναίσθημα
θα ενισχυθεί».
Από αυτό φαίνεται να προκύπτει ότι, παρόλο που κανένα ειδικό μέτρο δεν εμπόδισε μια
ειλικρινή και δημόσια συζήτηση των όρων στην περιοχή Μοζέλ, ωστόσο η γενική
κατάσταση του πρωσικού τύπου, ήταν σίγουρα η ίδια, ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο και
στην ειλικρίνεια και στην δημοσιότητα. Εάν συνοψίσουμε τα προαναφερθέντα
περάσματα από τις οδηγίες λογοκρισίας, αυτά μας λένε ότι: η λογοκρισία ήταν
υπερβολικά ανήσυχη και -αποτελούσε- ένα εξωτερικό εμπόδιο σε έναν ελεύθερο τύπο,
ότι χέρι με χέρι, μαζί με αυτό, πήγαινε η εσωτερική στενότητα του τύπου, ο οποίος είχε
χάσει το θάρρος και ακόμη εγκατέλειψε την προσπάθεια να υψωθεί πάνω από τον
ορίζοντα της καινοτομίας, και ότι τελικά, μέσα στο ίδιο το έθνος η συμπόνια για τα
ενδιαφέροντα της πατρίδας και το εθνικό συναίσθημα είχαν χαθεί, που σημαίνει, -ότι
είχαν χαθεί- ακριβώς τα στοιχεία που δεν είναι μόνο οι δημιουργικές δυνάμεις ενός
ειλικρινούς και δημόσιου τύπου, αλλά επίσης οι συνθήκες μέσα στις οποίες ένας
ειλικρινής και δημόσιος τύπος μπορεί να λειτουργήσει και να κερδίσει την λαϊκή
αναγνώριση, αναγνώριση που είναι ανάσα ζωής για τον τύπο, και χωρίς την οποία
μαραζώνει χωρίς ελπίδα.
Γι’ αυτό το λόγο, παρά το ότι τα μέτρα που ελήφθησαν από τις αρχές μπο ρο ύν να
δημιουργήσουν ένα ανελεύθερο τύπο, είναι πέρα από την δύναμη των αρχών, όταν η
γενική κατάσταση του τύπου είναι ανελεύθερη, να εξασφαλίσουν ότι ειδικά ζητήματα θα
συζητιούνται όσο το δυνατό ειλικρινά και δημόσια. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ακόμη
και ειλικρινείς δηλώσεις που ίσως τύχει να γίνουν για συγκεκριμένα θέματα στις στήλες
της εφημερίδας, θα αποτύχουν να προκαλέσουν οποιαδήποτε γενική συμπόνια, και θα
ήταν ως εκ τούτου ανίκανες να επιτύχουν οποιαδήποτε πραγματική δημοσιότητα.
Επιπλέον, όπως ο Hansemann πολύ σωστά παρατηρεί, ίσως δεν υπάρχει ούτε ένα
ζήτημα της κρατικής οικονομίας, στο οποίο δεν υπάρχουν συνδέσεις με την εσωτερική
και εξωτερική πολιτική. Γι’ αυτό το λόγο η δυνατότητα μιας ειλικρινούς και δημόσιας
συζήτησης των όρων στη περιοχή Μοζέλ, προϋποθέτει την δυνατότητα ειλικρινούς και
δημόσιας συζήτησης ολόκληρης της «εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής». Οι
μεμονωμένες διοικητικές αρχές ήταν τόσο αδύναμες να εξασφαλίσουν αυτή την
δυνατότητα, που μόνο η άμεση και αποφασιστική έκφραση της θέλησης του Βασιλιά,
του ίδιου, θα μπορούσε να παίξει εδώ έναν καθοριστικό και μόνιμο ρόλο.
Εάν η δημόσια συζήτηση δεν ήταν ειλικρινής, η ειλικρινής συζήτηση δεν ήταν δημόσια.
Η ειλικρινής συζήτηση περιοριζόταν σε σκοτεινά επαρχιακά φύλλα, των οποίων ο
ορίζοντας, φυσικά, δεν ξεπερνούσε την περιοχή κυκλοφορίας τους, και όπως
αποδείχτηκε παραπάνω, δεν μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Για να χαρακτηρίσουμε
τέτοιες τοπικές συζητήσεις, θα παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από το Bernkastel
Gemeinnotziges Wochenblatt, διαφορετικών ετών. Το 1835 δήλωνε :

«Το φθινόπωρο του 1833 στο Έρντεν, ένας ξένος, παρήγαγε 5 ohms (500-750 λίτρα)
κρασί. Προκειμένου να γεμίσει το βαρέλι, αυτό το πρόσωπο αγόρασε επιπλέον 2 ohms στην
τιμή των 30 ταλίρων. Το βαρέλι κόστιζε 9 τάλιρα, ο φόρος πατήματος των σταφυλιών
ανήλθε στα 7 τάλιρα και 5 ασημένια γρόσια, ο τρύγος των σταφυλιών 4 τάλιρα, το νοίκι του
κελαριού 1 τάλιρο και 3 ασημένια γρόσια, η πληρωμή για τον βαρελοποιό 16 ασημένια
γρόσια. Επομένως χωρίς να υπολογίσουμε τα έξοδα για την καλλιέργεια, οι συνολικές
δαπάνες ήταν 51 τάλιρα και 24 ασημένια γρόσια. Την 10η Μάη, το βαρέλι με το κρασί
πουλήθηκε για 41 τάλιρα. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αυτό το κρασί ήταν καλής
ποιότητας και δεν πουλήθηκε από καθαρή ανάγκη, ούτε έπεσε στα χέρια τοκογλύφων.» «Το
Νοέμβριο την 21η, στην αγορά του Μπερνκαστελ, 514 ohm από το κρασί του 1835,
πουλήθηκαν για 14 ασημένια γρόσια και την 27η του ίδιου μήνα 4 ohms μαζί με το βαρέλι
πουλήθηκαν για 11 τάλιρα; επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι την περασμένη μέρα του
Αγίου Μιχαήλ το βαρέλι αγοράστηκε για 11 τάλιρα.»
Τη 12η Απριλίου, 1836, υπήρξε ένα παρόμοιο περιστατικό.
Θα θέλαμε επίσης να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από το 1837:
«Την πρώτη αυτού του μηνός στο Κίνχειμ, με την παρουσία συμβολαιογράφου, πουλήθηκε
με δημοπρασία ένα νέο, τεσσάρων χρονών αμπέλι που περιείχε περίπου 20Q ποικιλίες,
σωστά στερεωμένες σε ξύλα. Κόστισε στον αγοραστή 1 ½ πφενιχς η ποικιλία, κάτω από τις
κανονικές συνθήκες πληρωμής. Το 1828, η ίδια ποικιλία εκεί κόστιζε 5 ασημένια γρόσια».
Στο Γκράουχ, μια χήρα παραχώρησε την αμάζευτη σοδειά της για τα μισά που αποδίδει το
κρασί, και παρέλαβε για το μερίδιό της ένα o hm κρασί, το ο πο ίο αντάλλαξε με 2lbs
βούτυρο, 2lbs ψωμί και 112lb κρεμμύδια» (Νο 37 όπως παραπάνω). Την 20η αυτού του
μήνα υπήρξε μια αναγκαστική πώληση με δημοπρασία, 8 γεμάτων βαρελιών κρασιού του
1836 από το Γκράουχ και το Μπερυκαστλ, μέρος του από τις καλύτερες τοποθεσίες, και ένα
βαρέλι κρασί του 1835 από το Γκράουχ .Η πώληση (συμπεριλαμβανομένων των βαρελιών)
απέδωσε συνολικά 135 τάλιρα και 15 ασημένια γρόσια, έτσι που το κρασί κόστισε στον
αγοραστή περίπου 15 τάλιρα το βαρέλι. Το βαρέλι από μόνο του θα μπορούσε να κοστίζει
10-12 τάλιρα. Τι μένει για τον φτωχό αμπελουργό για να πληρώσει το κόστος της
καλλιέργειας; Είναι τότε αδύνατο να διορθώσει αυτή την τρομερή δυστυχία.(Γράμμα στον
εκδότη)» (Νο 4, Σελ 30)
Έχουμε εδώ, επομένως, απλά και μόνο μια απλή σχέση γεγονότων, συνοδευόμενα
μερικές φορές από σύντομο ελεγειακό επίλογο. Ακριβώς λόγω της άγαρμπης απλότητας
τους, μπορούν να έχουν μια σοκαριστική επίδραση, αλλά μπορούν ακόμη μετά βίας να
αποτελέσουν μια ειλικρινή και δημόσια συζήτηση των όρων στην περιοχή Μοζέλ.
Εάν τότε ένα μεμονωμένο άτομο ή ακόμη και σημαντικό μέρος του πληθυσμού πέφτει
θύμα μιας εντυπωσιακής και τρομακτικής κακοτυχίας και κανένας δε συζητά αυτή τη
καταστροφή, αν κανένας δεν την αντιμετωπίζει ως ένα φαινόμενο που αξίζει να το
σκεφτείς και να το συζητήσεις, τα άμοιρα θύματα αναγκάζονται να καταλήξουν, είτε ότι
οι άλλοι δεν επιτρέπεται να μιλήσουν γι’ αυτό, ή ότι δεν θέλουν να το κάνουν, επειδή
εξετάζουν τη σημασία που δίνεται στο απατηλό θέμα. Ακόμη και για τον πιο αμόρφωτο
αμπελουργό, ωστόσο, η αναγνώριση της κακοτυχίας του από τους άλλους, αυτή η
πνευματική συμμετοχή σ’ αυτή, είναι μια επείγουσα ανάγκη, μόνο και μόνο γιατί μπορεί
να καταλήξει ότι όταν άλλοι δίνουν σημασία σ’ αυτή και πολλο ί μιλο ύν γι’ αυτή,
σύντομα κάποιοι θα κάνουν κάτι γι’ αυτή. Ακόμη κι αν μια ελεύθερη και ανοιχτή
συζήτηση των συνθηκών του Μοζέλ είχε επιτραπεί, καμία τέτοια συζήτηση δεν έγινε,
και είναι ξεκάθαρο ότι ο λαός πιστεύει μόνο ότι αντικειμενικά υπάρχει’ δεν πιστεύει σε

έναν ελεύθερο τύπο που ίσως υπάρξει, αλλά μόνο σε ένα ελεύθερο τύπο που
αντικειμενικά υπάρχει. Οι κάτοικοι του Μοζέλ, φυσικά, είχαν νιώσει τον κίνδυνο πριν
την εμφάνιση της Βασιλικής εντολής του Υπουργικού συμβουλίου, και πράγματι είχαν
ακούσει αμφιβολίες που εκφράστηκαν για αυτόν τον κίνδυνο, μόνο που δεν είδαν καμία
συζήτηση γι’ αυτόν από ένα δημόσιο και ειλικρινή τύπο. Μετά την εμφάνιση της
διαταγής του Υπουργικού Συμβουλίου, από την άλλη πλευρά ,είδαν ένα τέτοιο τύπο να
ξεπετάγεται, όπως ήταν, από το πουθενά. Έτσι το συμπέρασμά τους ότι η βασιλική
διαταγή ήταν η μόνη αιτία αυτής της κίνησης του τύπου, για την οποία, για τους λόγους
που προαναφέρθηκαν, είχαν τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, οφειλόμενο άμεσα στην
πραγματική τους ανάγκη, φαίνεται ότι ήταν τουλάχιστον από τα πολύ δημοφιλή. Τέλος,
φαίνεται ότι, πέρα από την δημοτικότητα αυτής της άποψης, μια κριτική εξέταση θα
οδηγούσε επίσης στο ίδιο αποτέλεσμα. Η εισαγωγή στην οδηγία της λογοκρισίας της 24ης
Δεκεμβρίου, 1841, αναφέρει:
«Η Αυτού Μεγαλειότητα με ευχαρίστηση αποδοκίμασε ρητώς οποιοδήποτε
αδικαιολόγητο περιορισμό στην δραστηριότητα των συγγραφέων και, αναγνωρίζοντας
την αξία και την ανάγκη ειλικρινούς και τίμιας δημόσιας… κτλ».
Αυτή η εισαγωγική δήλωση βεβαιώνει τον τύπο για μια ειδική βασιλική αναγνώριση,
και επομένως μια αναγνώριση της κρατικής σπουδαιότητάς του. Ότι μια μόνο λέξη του
βασιλιά θα μπορούσε να έχει τόσο σημαντική επίδραση και καλωσορίστηκε από τους
κατοίκους του Μοζέλ σαν μια λέξη μαγικής δύναμης, σαν πανάκεια ενάντια σε όλα τα
δεινά τους, φαίνεται μόνο να βεβαιώνει τη γνήσια φιλοβασιλική τάση του πληθυσμού
του Μοζέλ, και την ευγνωμοσύνη του, που εκφράζεται χωρίς ίχνος τσιγγουνιάς, αλλά –
απεναντίας- στον υπέρτατο βαθμό.
Εφημερίδα του Ρήνου φύλλο Νο. 20,20 Ιανουαρίου ,1843
Όσον αφορά το 3). Προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι η ανάγκη για έναν ελεύθερο τύπο,
αναγκαία προέκυψε από το συγκεκριμένο χαρακτήρα των συνθηκών στην περιοχή
Μοζέλ. Έχουμε δείξει ,επιπλέον, ότι πριν την εμφάνιση της βασιλικής διαταγής, αυτή η
ανάγκη δε θα μπορούσε να ικανοποιηθεί, αν όχι εξαιτίας των ειδικών περιορισμών που
είχαν επιβληθεί στον τύπο, οπωσδήποτε εξαιτίας της γενικής κατάστασης του πρωσικού
καθημερινού τύπου. Τέλος, θα δείξουμε ότι, στην πραγματικότητα, ειδικές περιστάσεις
ήταν εχθρικές σε μια ειλικρινή και δημόσια συζήτηση των συνθηκών στην περιοχή του
Μοζέλ. Εδώ επίσης, πρέπει αρχικά να τονίσουμε την άποψη από την οποία έχουμε
καθοδηγηθεί στην έκθεση μας, και να αναγνωρίσουμε την ισχυρή επίδραση των γενικών
συνθηκών στην θέληση των ενεργούντων ατόμων. Στις ειδικές περιστάσεις που
εμπόδισαν μια ειλικρινή και δημόσια συζήτηση της παρούσας κατάστασης στην περιοχή
του Μοζέλ οφείλουμε να μη δούμε τίποτα, παρά την πραγματική ενσάρκωση και την
προφανή εκδήλωση των προαναφερθέντων γενικών συνθηκών, δηλαδή, της γενικής
κατάστασης του καθημερινού τύπου και της κοινής γνώμης, της συγκεκριμένης θέσης
της διοίκησης όσον αφορά στην περιοχή Μοζέλ και τέλος, του επικρατούντος πολιτικού
πνεύματος και του συστήματός του.
Αν αυτές οι συνθήκες ήταν, όπως φαίνεται να συνέβη, οι γενικές, αόρατες και οι
καθοριστικές δυνάμεις αυτής της περιόδου, σχεδόν δεν χρειάζεται να αποδειχτεί ότι
έπρεπε να εφαρμοστούν ως τέτοιες, και ήταν βέβαιο ότι θα εκδηλώνονταν σε γεγονότα
και θα εκφράζονταν σε χωριστές ενέργειες που έμοιαζαν να είναι αυθαίρετες. Καθένας

που εγκαταλείπει αυτή την αντικειμενική σκοπιά πέφτει θύμα των μονόπλευρων, πικρών
συναισθημάτων απέναντι στις μεμονωμένες προσωπικότητες στις οποίες βλέπει
ενσαρκωμένη όλη την δυσκολία των τωρινών συνθηκών που αντιμετωπίζει.
Μεταξύ των ειδικών εμποδίων στον τύπο, πρέπει να συμπεριλάβουμε όχι μόνο τις
μεμονωμένες δυσκολίες λόγω της λογοκρισίας, αλλά, εξίσου, τις ειδικές περιστάσεις που
κατέστησαν την ίδια τη λογοκρισία περιττή, επειδή δεν επέτρεψαν στο αντικείμενο της
λογοκρισίας να υπάρξει έστω και δοκιμαστικά. Όταν η λογοκρισία έρχεται σε προφανή,
επίμο νη και αιχμηρή διαμάχη με το ν τύπο , μπο ρεί να βγει ως συμπέρασμα με καθαρή
βεβαιότητα ότι ο τύπος πέτυχε τη ζωτικότητα, το χαρακτήρα και την αυτοπραγμάτωση,
αφού μόνο μια διακριτή δράση παράγει μια διακριτή αντίδραση. Όταν, από την άλλη
πλευρά, δεν υπάρχει καθόλου λογοκρισία διότι δεν υπάρχει τύπος, αν και η ανάγκη για
ένα ελεύθερο και λογοκριτέο τύπο υπάρχει, κανείς πρέπει να περιμένει να βρει μια προλογοκρισία, στις περιστάσεις οι οποίες είχαν καταστείλει με το φόβο την έκφραση της
σκέψης, ακόμη και στις πιο γνήσιες μορφές της.
Δεν μπορούμε να έχουμε ως στόχο μια πλήρη περιγραφή αυτών των περιστάσεων
ακόμη και σε μια κατά προσέγγιση μορφή, καθώς θα σήμαινε την περιγραφή ολόκληρης
της ιστορίας της περιόδου από το 1830 όσο αφορά την περιοχή του Μοζέλ. Πιστεύουμε
ότι έχουμε εκπληρώσει το στόχο μας, αν αποδείξουμε ότι η ειλικρινής και δημόσια λέξη
σε όλες τις μορφές της- την προφορική μορφή, τη γραπτή μορφή και την τυπωμένη
μορφή, την τυπωμένη που δεν έχει λογοκριθεί καθώς και την ήδη λογοκριθείσα –έχει
αντιμετωπίσει ιδιαίτερα εμπόδια.
Η κατάθλιψη και η απελπισία, οι οποίες σε κάθε περίπτωση καταστρέφουν την ηθική
δύναμη που απαιτείται από ένα βασανισμένο πληθυσμό για τη δημόσια και ειλικρινή
συζήτηση, διεγέρθηκαν από τις αποφάσεις του δικαστηρίου που επιβλήθηκαν «για την
προσβολή ενός ανώτερου υπαλλήλου στην απόδοση του καθήκοντός του ή σχετικά με το
καθήκον του», τις οποίες αναγκαία ακολούθησαν πολυάριθμες καταγγελίες.
Αυτό το είδος διαδικασίας είναι ακόμη φρέσκο στη μνήμη πολλών αμπελουργών του
Μοζέλ. Ένας πολίτης, που είναι ιδιαίτερα αρεστός λόγω της καλής του φύσης,
αστειευόμενος, παρατήρησε στην υπηρέτρια του διευθυντή της επαρχίας, ο οποίος το
προηγούμενο βράδυ είχε προσηλωθεί με ζήλο στο ποτό, γιορτάζοντας τα γενέθλια του
βασιλιά με ευχάριστη συντροφιά: «Ο κύριός σας ήταν λίγο φτιαγμένος χτες βράδυ». Για
αυτή την αθώα παρατήρηση βρέθηκε δημοσίως αντιμέτωπος με το αστυνομικό
δικαστήριο στο Τριέρ, αλλά, καθώς διαμάχη αναμενόταν διαμάχη αθωώθηκε.
Διαλέξαμε αυτό το συγκεκριμένο παράδειγμα, διότι ένα απλό συμπέρασμα
αναπόφευκτα προκύπτει από αυτό. Κάθε πρόεδρος της περιφέρειας είναι ο λογοκριτής
στην κύρια πόλη της περιφέρειάς του. Η διοίκηση του προέδρου της περιφέρειας,
ωστόσο, μαζί με αυτή των επίσημων οργανισμών που υπάγονται σ’ αυτόν, θα παράσχει
το κύριο θέμα για τον τοπικό τύπο, αφού είναι η άμεση έγνοια του τελευταίου. Εάν είναι
γενικά δύσκολο να είναι κανείς κριτής στην περίπτωση κάποιου, γεγονότα όπως αυτά
που αναφέρθηκαν παραπάνω, τα οποία πιστοποιούν μια παθολογικά ευαίσθητη αντίληψη
για το απαραβίαστο που συνδέεται με μια επίσημη θέση, κάνουν απλά και μόνο την
ύπαρξη της λογοκρισίας του προέδρου της περιφέρειας, έναν επαρκή λόγο για τη μη
ύπαρξη ενός ειλικρινούς τοπικού τύπου.
Αν επομένως βλέπουμε ότι μια άδολη και αθώα έκφραση μπορεί να οδηγήσει σε μια
εμφάνιση ενώπιον του αστυνομικού δικαστηρίου, μια γραπτή μορφή ελεύθερου λόγου,
μια αίτηση που είναι ακόμη πολύ μακριά από τη διαφήμιση από τον τύπο, έχει την ίδια

κατάληξη του αστυνομικού δικαστηρίου. Στην προηγούμενη περίπτωση ο ειλικρινής
λόγος παρεμποδίζεται από το απαραβίαστο που συνδέεται με μια επίσημη θέση, στην
τελευταία περίπτωση από το απαραβίαστο των νόμων της χώρας.
Μετά από μια διαταγή του υπουργικού συμβουλίου της 6ης Ιουλίου 1936 ,που δήλωνε,
μεταξύ άλλων, ότι ο βασιλιάς (Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο 3ος )έστελνε το γιο του στην
επαρχία του Ρήνου, για να εξοικειωθεί με τις συνθήκες που επικρατούσαν εκεί, μερικοί
καλλιεργητές στη διοικητική περιοχή του Τριέρ, εμπνεύστηκαν να ζητήσουν από «τον
αντιπρόσωπό τους στο επαρχιακό συμβούλιο» να συντάξει μια αίτηση για τον διάδοχο
του θρόνου [Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο 4ος το 1840] εξ ονόματός τους. Συγχρόνως του
έδειξαν τα διάφορα μέρη της καταγγελίας τους. Προκειμένου να αυξήσει τη
σημαντικότητα-του ζητήματος- με ένα μεγαλύτερο αριθμό υπογραφών, ο αντιπρόσωπος
στο επαρχιακό συμβούλιο [Valdenaire] έστειλε στα περίχωρα ένα αγγελιοφόρο ο οποίος
συνέλεξε τις υπογραφές 160 αγροτών. Η αίτηση είχε ως εξής:
«Εμείς οι υπογράφοντες κάτοικοι του κύκλου… της διοικητικής περιοχής του Τριέρ,
πληροφορούμενοι ότι ο ευγενής βασιλιάς μας, μας στέλνει την Αυτού Βασιλική
Υψηλότητα, διάδοχο του θρόνου, για να εξοικειωθεί με την κατάστασή μας, και
προκειμένου να απαλλάξουμε την Αυτού Υψηλότητα, από την ταλαιπωρία να ακούσει
παράπονα από πολλά ξεχωριστά άτομα, εξουσιοδοτούμε δια της παρούσας αίτησης τον
αντιπρόσωπό μας στο Επαρχιακό Συμβούλιο Κύριο… ταπεινότατα να καταθέσει στη
Αυτού Υψηλότητα, Υιό της Αυτού ευγενούς Μεγαλειότητας, διάδοχο του θρόνου της
Πρωσίας ότι :
1. Όταν αδυνατούμε να πωλήσουμε τα επιπλέον προϊόντα μας, και ειδικά όσον αφορά
τα βοοειδή και το κρασί, είναι αδύνατο για μας να πληρώσουμε τους φόρους, οι
οποίοι σε όλες τις περιστάσεις είναι πάρα πολύ υψηλοί, και γι’ αυτό το λόγο
επιθυμούμε μια σημαντική μείωση αυτών, δεδομένου ότι, σε διαφορετική
περίπτωση πρέπει να δώσουμε στους φοροεισπράκτορες τα αγαθά και τις κινητές
περιουσίες μας, όπως παρουσιάζεται από τα συνημμένα (επισυνάπτεται μια διαταγή
από έναν φοροεισπράκτορα για πληρωμή ενός ταλίρου, 25 ασημένιων γροσίων και
5πφενινγκς).
2. Ότι η Αυτού Βασιλική Υψηλότητα δε θα έπρεπε να κρίνει την κατάσταση μας από
τα στοιχεία αναρίθμητων, καλοπληρωμένων ανώτερων υπαλλήλων, συνταξιούχων
ατόμων με ειδική ανταμοιβή, και στρατιωτικού προσωπικού, εισοδηματιών και
βιομήχανων, οι οποίοι, χάρη στην πτώση των τιμών των προϊόντων μας, είναι σε
θέση να ζουν στις πόλεις φθηνά, μέσα σε πολυτέλεια, τέτοια που δεν πρόκειται να
βρεθεί, στη φτωχή καλύβα του καλλιεργητή, ο οποίος εξοντώνεται από τα χρέη, και
που η αντίθεση αυτή προκαλεί την αγανάκτησή του. Ενώ προηγουμένως υπήρχαν 27
ανώτεροι υπάλληλοι που λάμβαναν 29000 τάλιρα, υπάρχουν τώρα 63 υπάλληλοι,
εξαιρώντας αυτούς σε σύνταξη, οι οποίοι πληρώνονται συνολικά με 105000 τάλιρα.
3. Ότι οι ανώτεροι υπάλληλοι της κοινότητάς μας θα έπρεπε να εκλέγονται ,όπως ίσχυε
προηγουμένως, άμεσα από τα μέλη της κοινότητας.
4. Οι εφορείες δε θα έπρεπε να κλείνουν για πολλές ώρες κατά τη διάρκεια της
ημέρας, αλλά θα έπρεπε να είναι ανοιχτές όλες τις ώρες, έτσι ώστε ο καλλιεργητής,
ο οποίος χωρίς δικό του φταίξιμο, φτάνει λίγα λεπτά αργοπορημένος, να μην πρέπει
να περιμένει 5 με 6 ώρες ακόμη, και να πρέπει να παγώνει όλη νύχτα στο δρόμο ή
να στέκεται κάτω από τον καυτό ήλιο όλη μέρα, από τη στιγμή που ο ανώτερος
υπάλληλος πρέπει πάντα να είναι έτοιμος να εξυπηρετήσει τους πολίτες.

5. Ότι η συνθήκη της παραγράφου 12 του νόμου της 28ης Απριλίου, 1828, που
ανανεώθηκε από τη επίσημη εφημερίδα της Κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητας
την 22η Αυγούστου πέρυσι, η οποία καθιστά τιμωρητέα παράβαση, το όργωμα σε
απόσταση μικρότερη 2 ποδιών, από την τάφρο στην άκρη των δρόμων που διασχίζει
την καλλιεργήσιμη γη, πρέπει να ακυρωθεί και οι ιδιοκτήτες να επιτρέπεται να
οργώνουν ολόκληρη τη γη τους μέχρι την τάφρο του δρόμου, έτσι ώστε να
αποτρέπουν την κλοπή της γης τους από τους συντηρητές των εθνικών οδών.»
«Της Αυτού Βασιλικής Υψηλότητας, οι πιο ταπεινοί υπηρέτες»
(Ακολουθούν υπογραφές)
Αυτή η αίτηση, την οπο ία ο αντιπρόσωπος του Επαρχιακού Συμβουλίου ήθελε να
παραδώσει προσωπικά στον Πρίγκιπα, έγινε δεκτή από κάποιον άλλο με την ρητή
υπόσχεση ότι θα παραδιδόταν στην Αυτού Βασιλική Υψηλότητα. Δεν παρελήφθη
απάντηση σ ’αυτή, αλλά οι δικαστικές διαδικασίες ξεκίνησαν εναντίον του
αντιπροσώπου του Επαρχιακού Συμβουλίου, κατηγορώντας τον, σαν τον πρωτοπόρο
μιας έκθεσης που περιείχε: «προσβλητικές, ατιμωτικές κατηγορίες κατά των νόμων της
επαρχίας». Ως αποτέλεσμα αυτής της κατηγορίας, ο αντιπρόσωπος στο Επαρχιακό
Συμβούλιο, καταδικάστηκε στο Τριέρ σε έξι μήνες φυλάκιση μαζί με τα έξοδα. Αυτή η
τιμωρία, ωστόσο, τροποποιήθηκε από το εφετείο ώστε μόνο το μέρος που σχετιζόταν με
τα έξοδα παρέμεινε σε ισχύ, για το λόγο ότι η συμπεριφορά του κατηγορημένου δεν ήταν
ελεύθερη απερισκεψίας και επομένως ήταν υπεύθυνος για την υπόθεση που ξεκίνησε
εναντίον του. Το ίδιο το περιεχόμενο της αίτησης, από την άλλη, αναγνωρίστηκε ότι δεν
ήταν καθόλου κολάσιμο.
Εν μέρει, λόγω του σκοπού του ταξιδιού του Πρίγκιπα, και εν μέρει λόγω της επίσημης
θέσης του κατηγορουμένου ως Αντιπροσώπου του Επαρχιακού Συμβουλίου, η σχετική
αίτηση, έπρεπε να μεγαλοποιηθεί στα μάτια όλων των περιχώρων, σαν ένα ιδιαίτερα
σημαντικό και αποφασιστικό γεγονός και να ελκύσει το κοινό ενδιαφέρον στον
υψηλότερο βαθμό. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, δεν μπορεί να πει κανείς, ότι οι συνέπειες
ενθάρρυναν, μια δημόσια και ειλικρινή συζήτηση των συνθηκών της περιοχής του
Μοζέλ, ή ότι κατέστησαν πιθανές οποιεσδήποτε επιθυμίες των αρχών σ’ αυτό το θέμα.
Ερχόμαστε τώρα στο πραγματικό εμπόδιο για τον τύπο, στις απαγορεύσεις που
επιβλήθηκαν από τη λογοκρισία. Από αυτά που έχουν ειπωθεί παραπάνω, είναι εμφανές
ότι οι τέτοιες απαγορεύσεις είναι βέβαιο ότι είναι σπάνιες, δεδομένου ότι οι προσπάθειες
για μια λογοκριτέα συζήτηση για τις συνθήκες στο Μοζέλ είναι σπάνιες.
Τα πρακτικά του συμβουλίου των υπερηλίκων, τα οποία, εκτός από μερικές εκκεντρικές
δηλώσεις περιείχαν επίσης κάποια ειλικρινή λόγια, δεν επιτράπηκε να τυπωθούν, λόγω
της λογοκρισίας που ασκήθηκε από τον πρόεδρο της περιφέρειας. Η συζήτηση
πραγματοποιήθηκε στο συμβούλιο των υπερηλίκων, αλλά τα πρακτικά του Συμβουλίου
συντάχθηκαν από τον δήμαρχο. Η εισαγωγική του δήλωση ήταν η ακόλουθη:
«Κύριοι! Η περιοχή του Μοζέλ μεταξύ του Τριέρ και του Κομπλενζ, μεταξύ του Εϊφελ
και του Χαντσντρακεν, είναι φαινομενικώς πολύ φτωχή επειδή εξαρτάται εξ ολοκλήρου
από την αμπελουργία, η οποία δέχθηκε θανάσιμο πλήγμα από τις εμπορικές συμφωνίες
με τη Γερμανία. Η προαναφερθείσα περιοχή είναι επίσης πνευματικά φτωχή» κτλ…
Τέλος, ακόμη ένα γεγονός μπορεί να παρατεθεί για να δείξει ότι όταν μια δημόσια και
ειλικρινής συζήτηση, υπερνίκησε όλα τα παραπάνω εμπόδια και σαν εξαίρεση κατάφερε
να μπει στις στήλες μιας εφημερίδας, αντιμετωπίστηκε ως εξαίρεση και στη συνέχεια

κατεστάλη. Πριν αρκετά χρόνια ένα άρθρο του κ. Kaufmann, καθηγητή Νομικής στο
Πανεπιστήμιο της Βόννης, «σχετικά με την απελπιστική κατάσταση των αμπελουργών
στο Μοζέλ, κτλ», εκδόθηκε στην εφημερίδα του Ρήνου και του Μοζέλ. Τρεις μήνες
αργότερα, κατά την διάρκεια των οποίων επανεκδόθηκε σε πολλές εφημερίδες,
απαγορεύτηκε με διαταγή της κυβέρνησης και η απαγόρευση είναι ακόμη σε ισχύ.
Νομίζω ότι τώρα έχω απαντήσει στο έπακρο, στο θέμα της στάσης της περιοχής Μοζέλ,
απέναντι στην διαταγή του Υπουργικού Συμβουλίου της 10ης Δεκεμβρίου, στην οδηγία
λογοκρισίας της 24ης Δεκεμβρίου βασισμένη σ΄ αυτή τη διαταγή, και στην ακόλουθη πιο
ελεύθερη κίνηση του τύπου. Μου μένει μόνο να τεκμηριώσω τον ισχυρισμό μου: «Για
πολύ καιρό η απελπιστική κατάσταση των αμπελουργών αμφισβητούταν από τους
ανώτερους κύκλους και η κραυγή απελπισίας τους θεωρήθηκε θρασύτητα». Η εν λόγω
δήλωση μπορεί να χωριστεί σε δυο μέρη: «Για πολύ καιρό η απελπιστική κατάσταση των
αμπελουργών αμφισβητούταν στους ανώτερους κύκλους» και «Η κραυγή απελπισίας
τους θεωρήθηκε θρασύτητα».
Η πρώτη πρόταση, νομίζω, δεν χρειάζεται καμία περαιτέρω απόδειξη. Η δεύτερη: «Η
κραυγή απελπισίας τους θεωρήθηκε θρασύτητα», δεν μπορεί να αναχθεί άμεσα από την
πρώτη, όπως ο κ. Oberprasident κάνει δίνοντάς της αυτή τη μορφή: «Η κραυγή
απελπισίας τους θεωρήθηκε στους ανώτερους κύκλους θρασύτητα». Παρεμπιπτόντως,
αυτή η παρεμβολή, επίσης, στέκει, εφόσον οι «ανώτεροι κύκλοι» και οι «επίσημοι
κύκλοι» θεωρηθούν ως έννοιες ισοδύναμες.
Ότι κάποιος θα μπορούσε να μιλήσει για «κραυγή απελπισίας» των αμπελουργών, όχι
με μεταφορική έννοια, αλλά με την στενή έννοια της λέξης, είναι εμφανές από τις
πληροφορίες που δώσαμε παραπάνω. Ότι, από τη μια πλευρά, αυτή η κραυγή απελπισίας
ειπώθηκε ότι δεν είναι δικαιολογημένη, και ότι η περιγραφή της ίδιας της απελπισίας
θεωρήθηκε ως μια λαμπερή υπερβολή, που δημιουργήθηκε από κοινά, εγωιστικά
κίνητρα’ και ότι από την άλλη πλευρά, η καταγγελία και η αίτηση αυτών που υφίστανται
τον κίνδυνο θεωρήθηκαν ως «θρασύτατες και ατιμωτικές κατηγορίες ενάντια στους
νόμους της επαρχίας»- αυτοί οι ισχυρισμοί έχουν αποδειχθεί από μια κυβερνητική
αναφορά και δικαστικές διαδικασίες. Ότι ,επιπλέον, μια υπερβολική κατακραυγή, η
οποία δεν αντιστοιχεί στην αληθινή παρούσα κατάσταση και η οποία μεγαλοποιείται από
κακά κίνητρα, συμπεριλαμβανομένων θρασύτατων κατηγοριών ενάντια στους νόμους
της επαρχίας-ότι μια τέτοια κατακραυγή είναι πανομοιότυπη με μια διαμαρτυρία και
μάλιστα μια «χυδαία διαμαρτυρία», δεν μπορεί τουλάχιστον να θεωρηθεί ως απίθανος
και ανέντιμος ισχυρισμός. Ότι τελικά, επομένως, η μια πλευρά της ταυτότητας μπορεί να
πάρει τη θέση της άλλης, φαίνεται να ακολουθεί ως λογική συνέπεια.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful