You are on page 1of 25

KARL MARX

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
[ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]
(1857)*

I. Παραγωγης, κατανάλωση, διανομης, ανταλλαγή (κυκλοφορία)

1. Παραγωγή
α) Το δεδομένο αντικείμενο εν πρώτοις η υήική παραγωγης.
Άτομα που παράγουν σε κοινωνία - συνεπώς κοινωνικά προσδιορισμένη
παραγωγή των ατόμων είναι φυσικά η αφετηρία. Ο μεμονωμένος και εξατο-
μικευ μένος κυνηγός και ψαράς, με τον οποίο ξεκινούν ο Smith και ο Ricardo,
ανήκει στις πεζές φαντασιοκοπίες των Ροβινσονάδων του 18ου αιώνα, οι
οποίες δεν εκφράζουν διόλου, όπως φαντάζονται οι ιστορικοί του πολιτι­
σμού, απλώς μια αντίδραση στην υπερεκλέπτυνση και μια επιστροφή σε
έναν παρεξηγημένο φυσικό βίο. Εξίσου δεν βασίζεται σε έναν τέτοιο να­
τουραλισμό και το Contrat Social [Κοινωνικό Συμβόλαιο] του λουςςββυ, το
οποίο συσχετίζει και συνδέει μέσω σύμβασης τα εις φύσεως ανεξάρτητα [με­
ταξύ τους] υποκείμενα. Αυτό είναι επίφαση και είναι μόνο η αισθητική επί­
φαση των μικρών και μεγάλων Ροβινσονάδων. Πρόκειται πολύ περισσότε­
ρο για το προμήνυμα της «αστικής κοινωνίας», η οποία προετοιμαζόταν από
τον 16ο αιώνα, και τον 18ο αιώνα έκανε γιγάντια βήματα στην ωρίμασή της.
Σ' αυτή την κοινωνία του ελεύθερου ανταγωνισμού το μεμονωμένο άτομο
εμφανίζεται αποκομμένο από τους φυσικούς δεσμούς κ.λπ., οι οποίοι σε
προηγούμενες ιστορικές εποχές το καθιστούν εξάρτημα ενός καθορισμένου,
περιορισμένου ανθρώπινου συνονθυλεύματος. Για τους προφήτες του 18ου
αιώνα, στους ώμους των οποίων εξακολουθούν να στέκουν εξολοκλήρου
Ο Smith και ο Ricardo, το άτομο αυτό του 18ου αιώνα -το προϊόν αφενός
της διάλυσης των φεουδαρχικών κοινωνικών μορφών, αφετέρου των νέων
παραγωγικών δυνάμεων που αναπτύσσονται από τον 16ο αιώνα- πλανιέ­
ται σαν ιδεώδες η ύπαρξη του οποίου ανήκει δήθεν στο παρελθόν. Όχι ως
ιστορικό αποτέλεσμα, αλλά ως αφετηρία της ιστορίας. Επειδης, σύμφωνα με

* Η ημιτελής Εισαγωγή γράφτηκε στα τέλη Αυγούστου 1857. Λέξεις ΊΤΟΙ) είναι στα
ελληνικά στο πρωτότυπο σημειώνονται με το σύμβολο ♦.
1004 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

τη δική xous παράσταση για την ανθρώπινη φύση, το φυσικό άτομο δεν
[συλλαμβάνεται] ως ιστορικά γεννημένο, αλλά ως τιθέμενο από τη φύση.
Μέχρι τώρα η αυταπάτη αυτή προσιδιάζει σε κάθε νέα εποχης. Ο Steuart, ο
οποίος από ορισμένες απόψε« βρίσκεται σε αντίθεση με τον 18ο αιώνα και
ως αριστοκράτη στηρίζεται περισσότερο σε ιστορικό έδαφος, έχει αποφύγει
αυτή την απλοϊκότητα.*
Όσο πιο βαθιά ανατρέχουμε στην ιστορία, τόσο περισσότερο εμφανίζεται
το άτομο, συνεπώς και το παραγωγικό άτομο, ως μη αυτοτελές, σαν να ανή­
κει σε ένα μεγαλύτερο όλο: αρχικά ακόμη με εντελώς φυσικό τρόπο [ανήκει]
στην οικογένεια και στη φυλης, καθώς και στην οικογένεια που έχει επεκταθεί
σε φυλή· αργότερα στην κοινότητα [Gemeinwesen] που έχει προκύψει από
την αντίθεση και τη σύντηξη των φυλών, στις διαφορετικές μορφές της. Για
πρώτη φορά τον 18ο αιώνα, στην «αστική κοινωνία», αντιπαρατίθενται στο
μεμονωμένο άτομο οι διάφορες μορφές της κοινωνικής συνάφειας ως απλό
μέσο για xous iöiohikoüs OKonoüs του, ως εξωτερική αναγκαιότητα. Η εποχή
όμα« που γεννά αυτή τη σκοπιά, του εξατομικευμένου δηλαδή ατόμου [des
vereinzelten Einzelnen], είναι ακριβώς η εποχή των πιο ανεπτυγμένων μέχρι
σήμερα κοινωνικών (γενικών από αυτή τη σκοπιά) σχέσεων. Ο 0v0pconos εί­
ναι με την κυριολεκτική έννοια του όρου ένα ζώον πολιτικόν4, όχι μόνο ένα
κοινωνικό ζώο, αλλά ένα ζώο που μόνο μέσα στην κοινωνία μπορεί να εξα-
τομικευθεί. Η παραγωγή του εξατομικευμένου ατόμου εκυ« της κοινωνίας
-ένα σπάνιο φαινόμενο, που μπορεί βέβαια να προκύψει για έναν πολιτισμέ­
νο άνθρωπο τον οποίο τυχαίες περιστάσε« έριξαν στην ερημιά και ο οποίος
κατέχει μέσα του ήδη δυνητικά τις δυνάμε« της Koivoovias- είναι ένας τέτοιος
παραλογισμός όσο και η ανάπτυξη της γλώσσας χωρίς άτομα που ζουν μαζί
και μιλούν μαζί. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε περισσότερο επ' αυτού. Δεν
επρόκειτο να θίξουμε καν το σημείο αυτό εάν η fadaise [σαχλαμάρα], που
είχε νόημα και λογική [Sinn und Verstand] για xous ανθρώπου του 18ου
αιώνα, δεν είχε και πάλι ανασυρθεί με κάθε σοβαρότητα από τον Bastiat,**
τον Carey,*** τον Proudhon κ.λπ. καταμεσής στην πλέον σύγχρονη οικονομι­
κή επιστήμη. Για τον Proudhon, μεταξύ άλλων, είναι φυσικά βολικό, όταν
δεν γνωρίζει την ιστορική γένεση μιας κοινωνικής σχέσης, να αναπτύσσει εν
είδει φιλοσοφίας της loxoμιας την προέλευσή της με τέτοιον τρόπο, ώστε να

* Εννοείται ο James Steuart (1712-1780), συγγραφέας ενός εις των πρώτων οικονομο­
λογικών πραγματειών στην αγγλική γλώσσα με τίτλο Inquiry into the Principles of Political
Economy (1767), το οποίο αποτέλεσε και τον άρρητο αλλά σαφή στόχο κριτικής του Adam
Smith στο δικό του έργο για την πολιτική οικονομία.
** Ο Frédéric Bastiat (1803-1850) ήταν Γάλλος συγγραφέας, επηρεασμένος από τον Cob­
den και διάσημος από τα κείμενά του με τα οποία εκδήλωσε την αντίθεσή του στο προ­
στατευτικό δασμολόγιο και το σοσιαλισμό. Πρβλ. Sophismes économiques (1846), Harmo­
nies économiques (1849).
* * * O Henry Charles Carey ( 1793-1879) ήταν Αμερικανός οικονομολόγος, αρχικά οπαδός
του ελεύθερου εμπορίου, αλλά ακολούθως υποστηρικτής του προστατευτικού δασμολο­
γίου ως μέσου επίτευξης ενός ευνοϊκού εμπορικού ισοζυγίου. Σημαντικότερα έργα του:
Principles of political economy (1837-1840), The credit system in France, Great Britain and the
United States (1838), The harmony of interests (1851), Principles of social science (1858-1860).
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1005

σκαρφίζεται το μύθευμα ότι ο Αδάμ ή ο Προμηθέας συνέλαβε δήθεν ολο­


κληρωμένη την ιδέα, στη συνέχεια αυτή εφαρμόστηκε κ.λπ. Τίποτε δεν είναι
πιο ανιαρά άγονο από τη φαντασιόπληκτη locus communis [κοινοτοπία].
Όταν λοιπόν γίνεται λόγος για την παραγωγης, γίνεται πάντα λόγος για
την παραγωγή σε μια ορισμένη βαθμίδα κοινωνικής ανάπτυξή - για την
παραγωγή κοινωνικών ατόμων, θα μπορούσε λοιπόν να φανεί ότι, για να
μιλήσουμε εν γένει για την παραγωγης, θα έπρεπε είτε να ακολουθήσου­
με τη διαδικασία της ιστορικής ανάπτυξή στ« διάφορες φάσε« της είτε να
δηλώσουμε εξαρχής ότι ασχολούμαστε με μια ορισμένη ιστορική εποχης,
δηλαδης, για παράδειγμα, με τη σύγχρονη αστική παραγωγης, η οποία είναι
όντως το καθ' εαυτό θέμα pas. Όλες όμως οι εποχές της παραγωγής έχουν
ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, έχουν koivo0s προσδιορισμούς. Η παρα­
γωγή γενικά είναι μια αφαίρεση, αλλά μια λογική αφαίρεση, στο βαθμό που
πραγματικά αναδεικνύει και παγιώνει το κοινό στοιχείο, και συνεπώς pas
γλιτώνει από την επανάληψη. Ωστόσο, αυτό το Γενικό, ή το κοινό στοιχείο
που έχει διαχωριστεί μέσα από τη σύγκριση, είναι αυτό το ίδιο κάτι πολυσχι-
δώς διαρθρωμένο, κάτι που αναλύεται σε διαφορετικούς προσδιορισμούς.
Ορισμένοι από aum0s ανήκουν σε όλες τ« εποχές· άλλοι είναι κοινοί σε
ορισμένες. [Ορισμένοι] προσδιορισμοί θα είναι κοινοί στην πλέον σύγχρονη
και στην πλέον αρχαία περίοδο. Δεν μπορεί να εννοηθεί καμία παραγωγή
χωρίς αυτούς· μόνο που, όταν οι πιο ανεπτυγμένες γλώσσες έχουν vόρους
και προσδιορισμούς koivo0s με τις πιο υπανάπτυκτες, τότε αυτό στο οποίο
συνίσταται η ανάπτυξή τους είναι ακριβώς η διαφορά από αυτό το γενικό και
κοινό στοιχείο. Οι προσδιορισμοί που ισχύουν εν γένει για την παραγωγή
πρέπει ακριβώς να διαχωριστούν, ούτα« ώστε να μη λησμονηθεί η ουσιώ-
6ης διαφορά μπροστά στην ενότητα - η οποία άλλωστε προκύπτει ήδη από
το ότι το υποκείμενο, η ανθρωπότητα, και το αντικείμενο, η φύση, είναι τα
ίδια. Σ' αυτή τη λήθη έγκειται, για παράδειγμα, όλη η σοφία των σύγχρονων
οικονομολόγων, οι οποίοι αποδεικνύουν την αιωνιότητα και την αρμονία
των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων. Για παράδειγμα, καμία παραγωγή
δεν είναι δυνατή χωρίς ένα εργαλείο παραγωγής ακόμη και αν αυτό το ερ­
γαλείο είναι μόνο το [ανθρώπινο] χέρι. Καμία παραγωγή δυνατή χωρίς πα-
ρελθούσα, σωρευμένη εργασία, ακόμη και αν αυτή η εργασία είναι μόνο η
επιδεξιότητα που έχει σωρευτεί και συγκεντρωθεί στο χέρι του αγρίου μέσα
από επανειλημμένη άσκηση. Το κεφάλαιο είναι, μεταξύ άλλων, επίσης ένα
εργαλείο παραγωγής, είναι επίσης παρελθούσα, εξαντικειμενικευμένη ερ­
γασία. Το κεφάλαιο είναι λοιπόν μια γενικης, αιώνια φυσική σχέση· δηλαδή
όταν αποκλείω ακριβώς το ειδοποιό στοιχείο, αυτό που καθιστά για πρώτη
φορά κεφάλαιο το «εργαλείο παραγωγής», τη «σωρευμένη εργασία». Os
εις τούτου η συνολική ιστορία των παραγωγικών σχέσεων εμφανίζεται, για
παράδειγμα, στον Carey ως μια διαστρέβλωση που προκλήθηκε κακοπρο­
αίρετα από τ« κυβερνήσεις.
Εάν δεν υπάρχει παραγωγή εν γένει, τότε δεν υπάρχει και γενική παραγω­
γης. Η παραγωγή είναι πάντα ένας ιδιαίτερος παραγωγικός κλάδος -για πα­
ράδειγμα, αγροκαλλιέργεια, κτηνοτροφία, βιοτεχνία κ.λπ.- ή είναι οήότητα.
Εντούτο« η πολιτική οικονομία δεν είναι θεωρία τεχνολογία. Η σχέση των
1066 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

γενικών προσδιορισμών της παραγωγής σε μια δεδομένη κοινωνική βαθ­


μίδα με τις ιδιαίτερέ μορφές παραγωγής θα πρέπει να αναπτυχθεί αλλού
(αργότερα).
Τέλος, η παραγωγή δεν είναι μόνο ιδιαίτερη [παραγωγή]. Αλλά είναι πάντα
ένα ορισμένο κοινωνικό σώμα, ένα κοινωνικό υποκείμενο, το οποίο είναι
δραστήριο σε μια μεγαλύτερη ή ισχνότερη ολότητα παραγωγικών κλάδων.
Enions, ούτε η σχέση που έχει η επιστημονική παρουσίαση με την πραγμα­
τική κίνηση ανήκει εδώ. Παραγωγή γενικά. Ιδιαίτεροι παραγωγικοί κλάδοι.
Ολότητα της παραγωγής.
Είναι της μόδας να προτάσσει κανείς στην οικονομική επιστήμη ένα γενικό
τμήμα -και είναι ακριβώς αυτό που παρουσιάζεται υπό τον τίτλο Παραγωγή
(πρβλ., για παράδειγμα, J.St. Mill)- όπου πραγματεύεται κανείς τους γενι-
koùs όρους κάθε παραγωγής. Αυτό το γενικό τμήμα αποτελείται ή υποτίθεται
ότι αποτελείται: 1. από τους όρους εκείνους χωρίς τους οποίους δεν είναι
δυνατή η παραγωγης. Δηλαδή ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το
ότι κατονομάζονται οι ουσιώδεις στιγμές κάθε παραγωγής. Όπως όμως θα
δούμε, αυτό στην πραγματικότητα ανάγεται σε ορισμένους απλούστατους
προσδιορισμούς, οι οποίοι καταλήγουν σε pnxés ταυτολογίες· 2. από τους
όρους οι οποίοι περισσότερο ή λιγότερο προωθούν την παραγωγης, όπως,
για παράδειγμα, η προοδεύουσα και η στάσιμη κοινωνική κατάσταση του
Adam Smith. Για να μπορέσει η διαπίστωση αυτης, η οποία στο έργο του έχει
την αξία της Aperçu [πρόχειρης εκτίμησης], να αποκτήσει επιστημονικό βά-
pos, θα ήταν αναγκαίες κάποιες έρευνες για τις περιόδους του βαθμού παρα-
γωγικότητος στην ανάπτυξη μεμονωμένων λαών - μια έρευνα που βρίσκεται
έξω από τα καθαυτό όρια του [δικού pas] θέματος, αλλά στο βαθμό που
ανήκει σ' αυτό να περιληφθεί στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού, της συσ­
σώρευσή κ.λπ. Στο γενικό της πλαίσιο, η απάντηση καταλήγει στη γενικο-
λογία ότι ένας βιομηχανικός λαός βρίσκεται στην κορύφωση της παραγωγής
του την ίδια στιγμή όπου επιτυγχάνει γενικά την ιστορική κορύφωσή του. In
fact [Πράγματι]. Η βιομηχανική κορύφωση ενός λαού [πραγματοποιείται]
όσο διάστημα η κύρια ενασχόλησή του δεν είναι το κέρδος αλλά το κερδί-
ζειν. Στο βαθμό αυτό οι Γιάνκηδες [βρίσκονται] πάνω από τους Άγγλους. Είτε
όμως: ότι, για παράδειγμα, ορισμένες φυλετικές καταβολές, κλίματα, φυσι­
κές συνθήκες, όπως η παραθαλάσσια τοποθεσία, η γονιμότητα του εδάφους
κ.λπ., είναι ευνοϊκότερες για την παραγωγή από άλλες. Αυτό καταλήγει και
πάλι στην ταυτολογία ότι ο πλούτος μπορεί να δημιουργηθεί ευκολότερα
στο βαθμό που τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά τα στοιχεία του
είναι δεδομένα σε υψηλότερο βαθμό.
Τίποτε από όλα αυτό ωστόσο δεν απασχολεί πραγματικά τους οικονομο­
λόγους σ' αυτό το γενικό τμήμα. Η παραγωγή πρέπει πολύ περισσότερο
-πρβλ., φερειπείν, τον Mill-, σε διάκριση από τη διανομή κ.λπ., να παρου­
σιαστεί ως πλαισιωμένη από αιώνιους φυσικούς νόμους, ανεξάρτητους από
την ιστορία, και με την ευκαιρία αυτή υπεισέρχονται εντελώς λάθρα ασακέε
σχέσεις ως αμετάκλητοι φυσικοί νόμοι της κοινωνίας in abstracto [αφηρημέ-
να]. Αυτός είναι ο περισσότερο ή λιγότερο συνειδητός σκοπός της συνολικής
μεθόδευσης. Αντιθέτως, στη διανομή υποτίθεται ότι οι άνθρωποι ενέδωσαν
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1007

σε κάθε είδους αυθαιρεσία. Πέρα από την εντελώς άκομψη κατάτμηση της
παραγωγής και της διανομής και την πραγματική σχέση τους, θα πρέπει ήδη
εις των προτέρων να είναι σαφές ότι, όσο διαφοροποιημένη και αν είναι η
διανομή σε διαφορετικές κοινωνικές βαθμίδες, θα πρέπει να είναι εξίσου
δυνατό, όπως και στην παραγωγης, να τονίσει κανείς κοινούς προσδιορι­
σμούς και εξίσου δυνατό να συμπλέξει ή να απαλείψει όλες τις ιστορικές
διαφορές μέσα σε γενικά ανθρώπινους νόμους. Για παράδειγμα, ο δούλος,
ο δουλοπάροικος, ο μισθωτός εργάτης λαμβάνουν όλοι μια ποσότητα τρο­
φής, η οποία τους επιτρέπει να υπάρχουν ως δούλος, ως δουλοπάροικος,
ως μισθωτός εργάτης. Ο κατακτητής που ζει από το φόρο υποτέλειας ή ο
υπάλληλος που ζει από τη φορολογία ή ο γαιοκτήμονας που ζει από τη
γαιοπρόσοδο ή ο μοναχός που ζει από την ελεημοσύνη ή ο λευίτης που ζει
από τη δεκάτη λαμβάνουν όλοι ένα μερίδιο της κοινωνικής παραγωγής το
οποίο είναι προσδιορισμένο σύμφωνα με άλλους νόμους από εκείνους του
δούλου κ.λπ. Τα δύο βασικά σημεία που θέτουν όλοι οι οικονομολόγοι υπό
αυτό τον τίτλο είναι: 1. ιδιοκτησία· 2. διασφάλισή της μέσα από την απονομή
δικαιοσύνης, την αστυνομία κ.λπ. Επ' αυτού μπορούν να απαντηθούν εν
συντομία τα εξής:
Για το 1. Κάθε παραγωγή είναι ιδιοποίηση της φύσης από την πλευρά του
ατόμου εντός μιας ορισμένης κοινωνικής μορφής και μέσω αυτής. Με αυτή
την έννοια πρόκειται για ταυτολογία να λέγεται ότι η ιδιοκτησία (ιδιοποίηση)
είναι όρος της παραγωγής. Είναι όμως γελοίο να γίνεται από εδώ ένα άλμα σε
μια ορισμένη μορφή ιδιοκτησίας, φερειπείν στην ατομική ιδιοκτησία. (Πράγ­
μα το οποίο, επιπλέον, υποδηλώνει επίσης ως όρο και μια αντιθετική μορφης,
τη μη ιδιοκτησία.) Πολύ περισσότερο, η ιστορία αναδεικνύει την κοινή ιδιο­
κτησία (φερειπείν, στους Ινδούς, τους Σλάβους, τους αρχαίους Κέλτες κ.λπ.)
ως την πρωταρχική μορφης, μια μορφή η οποία υπό το σχήμα της κοινοτικής
ιδιοκτησίας εξακολουθεί επί μακράν να παίζει σημαντικό ρόλο. Εδώ δεν γίνε­
ται ακόμη διόλου λόγος για το ερώτημα εάν ο πλούτος αναπτύσσεται καλύ­
τερα υπό αυτή ή εκείνη τη μορφή ιδιοκτησίας. Το ότι όμως δεν μπορεί να γίνει
λόγος για παραγωγης, άρα και για κοινωνία, εκεί όπου δεν υπάρχει καμία
μορφή ιδιοκτησίας είναι μια ταυτολογία. Μια ιδιοποίηση που δεν ιδιοποιείται
τίποτε είναι μια εοηΐΓβάΐεΐΐο ίη ςυΐηθεΐο [αντίφαση εν τοις όροις].
Για το 2. Διασφάλιση του κεκτημένου κ.λπ. Όταν αυτά τα τετριμμένα ανα-
χθούν στο πραγματικό περιεχόμενό τους, φανερώνουν πολύ περισσότερα
από αυτό που γνωρίζουν οι ιεροκήρυκές τους. Δηλαδή ότι κάθε μορφή της
παραγωγής γεννά τις δικές της δικαϊκές σχέσεις, τη δική της μορφή κυβέρνη­
σης κ.λπ. Η προχειρότητα και η ακατανοησία βρίσκονται ακριβώς στο ότι συ­
σχετίζονται τυχαία, τίθενται σε μια απλή αναστοχαστική συνάφεια πράγματα
που ανήκουν οργανικά το ένα στο άλλο. Οι αστοί οικονομολόγοι έχουν
απλώς την εντύπωση ότι με τη σύγχρονη αστυνομία η παραγωγή είναι κα­
λύτερη απ’ ό,τι, για παράδειγμα, με το δίκαιο της ισχύος. Ξεχνούν μόνο ότι
και το δίκαιο της ισχύος είναι ένα δίκαιο και ότι το δίκαιο του ισχυρότερου
επιβιώνει υπό άλλη μορφή επίσης και στο δικό τους «κράτος δικαίου».
Όταν μόλις γεννιούνται οι κοινωνικές συνθήκες που αντιστοιχούν σε μια
ορισμένη βαθμίδα παραγωγής, ή όταν πια παρακμάζουν, συμβαίνουν, φυ-
1068 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

σικά, διαταράξεις της παραγωγήε, αν και ας διαφορετικό βαθμό και με δια­


φορετική επίδραση.
Συνοψίζοντας: Σε όλες τις βαθμίδες της παραγωγής υπάρχουν κοινοί προσ­
διορισμοί, οι οποίοι παγιώνονται από τη νόηση ως γενικοί· αλλά οι λεγόμενοι
γενικοί όροι κάθε παραγωγής δεν είναι τίποτε άλλο από αυτές τις αφηρημένες
στιγμές με τκ οποίες δεν μπορεί να εννοηθεί καμία πραγματική ιστορική βαθ­
μίδα παραγωγής.

2. Η γενική σχέση της παραγωγής με τη διανομης,


την ανταλλαγης, την κατανάλωση
Πριν προβούμε σε περαιτέρω ανάλυση της παραγωγής, είναι αναγκαίο να
εξετάσουμε τους διάφοροί τίτλους που θέτουν δίπλα της οι οικονομολό­
γοι.
Η πασιφανής αντίληψη: Στην παραγωγή τα μέλη τπ5 κοινωνίας ιδιοποι­
ούνται (δημιουργούν, διαμορφώνουν) τα φυσικά προϊόντα για ανθρώπινες
ανάγκες· η διανομή καθορίζει την αναλογία με την οποία το μεμονωμένο
άτομο συμμετέχει σε αυτά τα προϊόντα· η ανταλλαγή τού παρέχει τα ιδι­
αίτερα προϊόντα στα οποία θέλει να μετατρέψει το ποσοστό που του έχει
αποδοθεί μέσα από τη διανομή· τέλος, στην κατανάλωση τα προϊόντα* γί­
νονται αντικείμενα τπ5 απόλαυσης, της ατομικής ιδιοποίησης. Η παραγωγή
δημιουργεί τα αντικείμενα που αντιστοιχούν στκ ανάγκες, η διανομή τα κα­
τανέμει σύμφωνα με κοινωνικούς νόμουε· η ανταλλαγή κατανέμει εις νέου
το ήδη κατανεμημένο σύμφωνα με την ατομική ανάγκη· τέλος, στην κατα­
νάλωση το προϊόν εξέρχεται από αυτή την κοινωνική κίνηση, γίνεται άμε­
σα αντικείμενο και υπηρέτη της ατομικής ανάγκης και την ικανοποιεί στην
απόλαυση. Η παραγωγή εμφανίζεται έτσι ως η αφετηρία, η κατανάλωση
ως το τέρμα, η διανομή και η ανταλλαγή ως η μέση, η οποία είναι και πάλι
διπλης, καθα« η διανομή είναι προσδιορισμένη ως η στιγμή που ξεκινά από
την κοινωνία και η ανταλλαγή ο« η στιγμή που ξεκινά από τα άτομα. Στην
παραγωγή εξαντικειμενικεύεται το πρόσωπο, στην κατανάλωση** εξυποκει-
μενικεύεται το πράγμα· στη διανομή αναλαμβάνει η κοινωνία με τη μορφή
γενικών, κυρίαρχων προσδιορισμών τη διαμεσολάβηση μεταξύ παραγωγής
και κατανάλωσηδ· στην ανταλλαγή διαμεσολαβούνται από την τυχαία προσ-
διοριστικότητα του ατόμου.
Η διανομή προσδιορίζει την αναλογία (το ποσοστό) με την οποία περιέρ­
χονται τα προϊόντα στο άτομο· η ανταλλαγή προσδιορίζει τα προϊόντα τα
οποία αποκτά το άτομο μέσα από το μερίδιο που του έχει αποδοθεί από τη
διανομης.
ΚΙ παραγωγης, η διανομης, η ανταλλαγης, η κατανάλωση αποτελούν έτσι έναν
κανονικό συλλογισμό· η παραγωγή τη γενικότητα, η διανομή και η ανταλ­
λαγή την ιδιαιτερότητα, η κατανάλωση τη μοναδικότητα, στην οποία συναρ­
μόζεται το όλο. Αυτό βεβαίου είναι μια συνάφεια, αλλά ρηχης. 1-1 παραγωγή

* Στο χειρόγραφο λέγεται εις παραδρομής: «η παραγωγή».


** Στο χειρόγραφο λέγεται: «πρόσωπο».
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1θ6φ

προσδιορίζεται από γενικούς φυσικούς νόμους, η διανομή από την κοινωνι­


κή συγκυρία, και μπορεί συνεπώς να δράσει περισσότερο ή λιγότερο προ-
ωθητικά στην παραγωγή· η ανταλλαγή βρίσκεται ανάμεσά τους ως τυπική
κοινωνική κίνηση, και η τελειωτική πράξη της κατανάλωσης, η οποία δεν
λαμβάνεται μόνο ως τελικός στόχος αλλά και ως τελικός σκοπός, βρίσκεται
ουσιαστικά έξω από την οικονομία, εκτός και αν επανεπιδρά πάλι στην αφε­
τηρία και ξεκινά εις νέου τη συνολική διαδικασία.
Οι αντίπαλοι των οικονομολόγων -είτε είναι αντίπαλοι εντός είτε εκτός του
πεδίου τους- οι οποίοι τους μέμφονται για τη βάρβαρη κατάτμηση πραγ­
μάτων τα οποία ανήκουν το ένα στο άλλο στέκουν είτε μαζί τους στο ίδιο
έδαφος είτε πιο χαμηλά από αυτούς. Τίποτε δεν είναι πιο σύνηθες από τη
μομφή ότι οι οικονομολόγοι εστιάζουν αποκλειστικά στην παραγωγή ως
αυτοσκοπό. Εξίσου μεγάλη σημασία [λέγεται] έχει και η διανομης. Η μομφή
αυτή βασίζεται στην οικονομική παράσταση ότι η διανομή εδρεύει ως αυ­
τοτελής, ανεξάρτητη σφαίρα δίπλα στην παραγωγης. Ή οι στιγμές δεν έχουν
συλληφθεί στην ενότητά τους. Ως εάν αυτό το κομμάτιασμα να μην έχει
διεισδύσει από την πραγματικότητα στα εγχειρίδια, αλλά αντιστρόφως από
τα εγχειρίδια στην πραγματικότητα, και να πρόκειται εδώ για μια διαλεκτική
εξισορρόπηση εννοιών και όχι για τη σύλληψη πραγματικών σχέσεων!

α) [Παραγωγή και κατανάλωση]


Η παραγωγή είναι άμεσα και κατανάλωση. Διπλή κατανάλωση, υποκειμενι­
κή και αντικειμενική: το άτομο που αναπτύσσει τις ικανότητές του κατά την
παραγωγή τις δαπανά, τις αναλώνει στην πράξη της παραγωγής, ακριβώς
όπως η φυσική γέννηση είναι μια κατανάλωση ζωτικών δυνάμεων. Δεύτε­
ρον: κατανάλωση των μέσων παραγωγής, τα οποία χρησιμοποιούνται και
φθείρονται, και εν μέρει (όπως, για παράδειγμα, με την καύση) διαλύονται
και πάλι στα γενικά στοιχεία [της φύσης]. Επίσης, κατανάλωση της πρώτης
ύλης, η οποία δεν παραμένει στη φυσική μορφή και σύστασή της, αλλά
πολύ περισσότερο αναλώνεται. Η ίδια η πράξη της παραγωγής είναι συνε­
πώς σε όλες τις στιγμές της επίσης μια πράξη της κατανάλωσης. Αυτό όμως
το παραδέχονται οι οικονομολόγοι. Την παραγωγή ως άμεσα ταυτόσημη με
την κατανάλωση, την κατανάλωση ως άμεσα συμπίπτουσα με την παραγω­
γή την ονομάζουν παραγωγική κατανάλωση. Αυτή η ταυτότητα παραγωγής
και κατανάλωσης θα κατέληγε στην πρόταση του Spinoza: Determinatio est
negatio [Ο ορισμός είναι άρνηση].
Ωστόσο αυτός ο ορισμός της παραγωγικής κατανάλωσης διατυπώνεται
απλώς για να διαχωρίσει την κατανάλωση που είναι ταυτόσημη με την πα­
ραγωγή από την καθαυτό κατανάλωση, η οποία πολύ περισσότερο συλλαμ-
βάνεται ως αντίθεση που εκμηδενίζει την παραγωγης. Ας εξετάσουμε λοιπόν
την καθαυτό κατανάλωση.
Η κατανάλωση είναι άμεσα και παραγωγης, όπως στη φύση η κατανάλωση
των στοιχείων και των χημικών ουσιών είναι παραγωγή του φυτού. Είναι σα­
φές ότι, για παράδειγμα, στη διατροφης, δηλαδή σε μια μορφή κατανάλωσης,
ο άνθρωπος παράγει το ίδιο το σώμα του. Αυτό όμως ισχύει και για κάθε άλλο
1070 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

ei6os κατανάλωσης, η οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο παράγει τον άν­
θρωπο ως προς μια συγκεκριμένη πλευρά. Καταναλωτική παραγωγης. Μόνο
που, λέει η οικονομική επιστήμη, αυτή η παραγωγή που ταυτίζεται με την
κατανάλωση είναι μια δεύτερη [παραγωγή], η οποία προέρχεται από την κα­
ταστροφή του πρώτου προϊόντος. Στην πρώτη εξαντικειμενικεύτηκε ο παρα-
Y<oyos, στη δεύτερη προσωποποιείται το δημιουργημένο από αυτόν πράγμα.
Άρα αυτή η καταναλωτική παραγωγή -αν και είναι άμεση ενότητα παραγωγής
και κατανάλωσης- [είναι] ουσιωδώς διαφορετική από την καθαυτό παραγω­
γης. Η άμεση ενότητα στην οποία η παραγωγή συμπίπτει με την κατανάλωση
και η κατανάλωση με την παραγωγή αφήνει άθικτη την άμεση διττότητά τους.
Η παραγωγή είναι λοιπόν άμεσα κατανάλωση, η κατανάλωση είναι άμεσα
παραγωγης. Καθεμιά είναι άμεσα το αντίθετό της. Ταυτόχρονα όμως, πραγ­
ματοποιείται μεταξύ τους μια διαμεσολαβητική κίνηση. Η παραγωγή διαμε­
σολαβεί την κατανάλωση, της οποίας το υλικό δημιουργεί, και που χωρίς
αυτή θα εξέλιπε το αντικείμενο. Αλλά και η κατανάλωση διαμεσολαβεί την
παραγωγης, καθώς δημιουργεί για τα προϊόντα εν πρώτοι το υποκείμενο για
το οποίο αυτά είναι προϊόντα. Το προϊόν αποκτά έτσι το τελικό finish [ολο­
κλήρωση] στην κατανάλωση. Μια σιδηροτροχιά στην οποία δεν κινείται τί­
ποτε, και η οποία συνεπώς δεν φθείρεται, δεν καταναλώνεται, είναι μόνο μια
σιδηροτροχιά δυνάμει4, όχι στην πραγματικότητα. Χωρίς παραγωγης, καμία
κατανάλωση- αλλά και χωρίς κατανάλωση καμία παραγωγης, μια και η πα­
ραγωγή θα ήταν έτσι άσκοπη. Η κατανάλωση παράγει την παραγωγή διπλά,
1. καθώς πρώτα στην κατανάλωση το προϊόν γίνεται πραγματικό προϊόν.
Για παράδειγμα, ένα ρούχο γίνεται πραγματικά για πρώτη φορά ρούχο με
την πράξη της ένδυσης- μια κατοικία που δεν κατοικείται δεν είναι in fact
[στην πράξη] μια πραγματική κατοικία- το προϊόν λοιπόν, σε διάκριση από
το απλό φυσικό αντικείμενο, δοκιμάζεται, γίνεται προϊόν πρώτα στην κατα­
νάλωση. Καθώς η κατανάλωση διαλύει το προϊόν, πρώτη αυτή του δίνει το
finishing stroke [τελειωτικό χτύπημα]· διότι το προϊόν* είναι παραγωγή όχι
ως** εξαντικειμενικευμένη δραστηριότητα αλλά μόνο ως αντικείμενο για το
ενεργό υποκείμενο. 2. καθώς η κατανάλωση δημιουργεί την ανάγκη νέαε
παραγωγής, δηλαδή την ιδεατης, εσωτερικά παρωθητική βάση της παραγω-
γής, η οποία είναι προϋπόθεσή της. Η κατανάλωση δημιουργεί την ορμή
της παραγωγής- δημιουργεί επίσης και το αντικείμενο, το οποίο ως ένσκοπα
καθορισμένο είναι ενεργό στην παραγωγης. Εάν είναι σαφές ότι η παραγωγή
παρέχει εξωτερικά το αντικείμενο της κατανάλωσης, τότε είναι εξίσου σαφές
ότι η κατανάλωση θέτει ιδεατά το αντικείμενο της παραγωγής, ως εσωτερική
εικόνα, ως ανάγκη, ως ορμή και ως σκοπό. Δημιουργεί τα αντικείμενα της
παραγωγής σε υποκειμενική ακόμη μορφης. Χωρίς ανάγκη, καμία παραγω­
γης. Η κατανάλωση όμως αναπαράγει την ανάγκη.
Σε αυτό αντιστοιχεί από την πλευρά της παραγωγής ότι αυτή: 1. παρέχει
στην κατανάλωση*** το υλικό, το αντικείμενο. Μια κατανάλωση χωρίς αντι-

* Στο χειρόγραφο λέγεται εις παραδρομής: «η παραγωγή».


** Στο χειρόγραφο λέγεται: «όχι μόνο ως».
*** Στο χειρόγραφο λέγεται εις παραδρομής: «στην παραγωγή».
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1071

κείμενο δεν είναι κατανάλωση- άρα από αυτή την πλευρά η παραγωγή δη­
μιουργεί, παράγει την κατανάλωση. 2. Δεν είναι όμως μόνο το αντικείμενο
αυτό που δημιουργεί η παραγωγή για την κατανάλωση. Δίνει επίσης στην
κατανάλωση την προσδιοριστικότητά της, το χαρακτήρα της, το ίΐηΐςή της.
Ακριβώς όπως η κατανάλωση έδωσε στο προϊόν το finish του ως προϊόντος,
δίνει και η παραγωγή το ίΐηΐςή στην κατανάλωση. Πρώτα απ' όήα, το αντι­
κείμενο δεν είναι αντικείμενο εν γένει, αλλά είναι ένα ορισμένο αντικείμενο,
το οποίο πρέπει να καταναλωθεί με έναν ορισμένο τρόπο, ο οποίος πρέπει
και ο ίδιος να διαμεσολαβηθεί πάλι από την παραγωγης. Η πείνα είναι πείνα,
αλλά μια πείνα που ικανοποιείται με κρέας μαγειρεμένο το οποίο τρώγεται
με πιρούνι και μαχαίρι είναι μια πείνα διαφορετική από εκείνη που καταβρο­
χθίζει τη σάρκα με τη βοήθεια των χεριών, των νυχιών και των δοντιών. Όχι
μόνο το αντικείμενο της κατανάλωσης, αλλά και ο τρόπος της κατανάλω­
σης παράγεται συνεπώς από την παραγωγης, όχι μόνο αντικειμενικά αλλά
και υποκειμενικά. Η παραγωγή δημιουργεί συνεπώς τον καταναλωτης. 3. Η
παραγωγή παρέχει στην ανάγκη όχι μόνο ένα υλικό, αλλά παρέχει και στο
υλικό μια ανάγκη. Όταν η κατανάλωση εξέρχεται από την αρχική φυσική
ωμότητα και αμεσότητά της -ενώ η παραμονή της σ' αυτή θα ήταν η ίδια ένα
αποτέλεσμα μιας παραγωγής προσκολλημένης ακόμη στη φυσική ωμότη­
τα-, τότε αυτή η ίδια ως ορμή είναι διαμεσολαβημένη από το αντικείμενο. Η
ανάγκη που αισθάνεται γι' αυτό έχει δημιουργηθεί από την πρόσληψή του.
Το καλλιτεχνικό αντικείμενο -όπως και κάθε άλλο προϊόν- δημιουργεί ένα
κοινό φιλότεχνο και ικανό να απολαύσει το ωραίο. Η παραγωγή δεν παρά­
γει συνεπώς απλώς ένα αντικείμενο για το υποκείμενο, αλλά και ένα υποκεί­
μενο για το αντικείμενο. Συνεπώς η παραγωγή παράγει την κατανάλωση: 1.
παρέχοντάς της το υλικό- 2. προσδιορίζοντας τον τρόπο της κατανάλωσης-
3. γεννώντας ως ανάγκη στον καταναλωτή τα προϊόντα που έχει θέσει η
ίδια για πρώτη φορά ως αντικείμενο. Παράγει συνεπώς το αντικείμενο της
κατανάλωσης, τον τρόπο της κατανάλωσης, την ορμή της κατανάλωσης. Η
κατανάλωση παράγει επίσης την κΑίση του παραγωγού, καθώς τον παρακι­
νεί ως ανάγκη που προσδιορίζει το σκοπό.
Οι ταυτότητες μεταξύ κατανάλωσης και παραγωγής εμφανίζονται συνεπώς
με τριπλό τρόπο:
1. Άμεση ταυτότητα: Η παραγωγή είναι κατανάλωση- η κατανάλωση είναι
παραγωγης. Καταναλωτική παραγωγης. Παραγωγική κατανάλωση. Οι οικονο­
μολόγοι ονομάζουν και τα δύο παραγωγική κατανάλωση. Εντούτοις κάνουν
και μια διαφοροποίηση. Η πρώτη παρουσιάζεται ως αναπαραγωγή- η δεύτε­
ρη ως παραγωγική κατανάλωση. Όλες οι έρευνες για την πρώτη είναι εκείνες
που αφορούν την παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία- [οι έρευνες] για τη
δεύτερη αφορούν την παραγωγική ή μη παραγωγική κατανάλωση.
2. Η καθεμία εμφανίζεται ως μέσο της άλλης- διαμεσολαβείται από αυτήν-
πράγμα το οποίο εκφράζεται ως αμοιβαία εξάρτησή τους- μια κίνηση μέσω
της οποίας αλληλοσυσχετίζονται και εμφανίζονται ως αμοιβαία απαραίτητες η
μία στην άλλη, παραμένοντας ωστόσο εξωτερικές μεταξύ τους. Η παραγωγή
δημιουργεί το υλικό ως εξωτερικό αντικείμενο για την κατανάλωση- η κατα­
νάλωση δημιουργεί την ανάγκη ως εσωτερικό αντικείμενο, ως σκοπό για την
1072 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

παραγωγης. Χωρίς παραγωγης, καμία κατανάλωση- χωρίς κατανάλωση, καμία


παραγωγης. Παρουσιάζεται στην οικονομική επιστήμη με πολλές μορφές.
3. Η παραγωγή δεν είναι απλώς άμεσα κατανάλωση, και η κατανάλωση
άμεσα παραγωγή- ούτε είναι η παραγωγή μόνο μέσο για την κατανάλωση
και η κατανάλωση σκοπός για την παραγωγης, δηλαδή ότι καθεμιά παρέχει
στην άλλη το αντικείμενό της, η παραγωγή το εξωτερικό αντικείμενο στην
κατανάλωση, η κατανάλωση το αναπαριστάμενο αντικείμενο στην παραγω­
γή- αλλά καθεμιά τους δεν είναι μόνο άμεσα η άλλη, ούτε η άλλη μόνο
διαμεσολαβημένη, αλλά καθεμιά από τΐς δύο, καθώς ολοκληρώνεται, δη­
μιουργεί την άλλη- [δημιουργεί] εαυτήν ως την άλλη. Πρώτα η κατανάλω­
ση ολοκληρώνει την πράξη της παραγωγής, αποπερατώνοντας το προϊόν
ως προϊόν, διαλύοντάς το, αναλώνοντας την αυτοτελή αντικειμενική μορφή
του- υψώνοντας σε δεξιότητα μέσα από την ανάγκη της επανάληψης την
κλίση εκείνη που αναπτύχθηκε στην πρώτη πράξη της παραγωγήδ- δεν εί­
ναι λοιπόν μόνο ότι μέσα στην τελειωτική πράξη το προϊόν γίνεται προϊόν,
αλλά και το ότι μέσα από αυτήν ο παραγωγός γίνεται παραγωγός. Από την
άλλη πλευρά, η παραγωγή παράγει την κατανάλωση δημιουργώντας τον
καθορισμένο τρόπο της κατανάλωσης και ακολούθως, όταν δημιουργεί το
ερέθισμα της κατανάλωσης, την ίδια την καταναλωτική ικανότητα ως ανά­
γκη. Αυτή η τελευταία ορισμένη ταυτότητα που αναφέρεται στον αριθμό
3 σχολιάζεται πολλαχώς στην οικονομική επιστήμη στη σχέση ζήτησης και
προσφοράς, αντικειμένων και αναγκών, αναγκών που έχουν δημιουργηθεί
από την κοινωνία και φυσικών αναγκών.
Ως εις τούτου τίποτα απλούστερο για έναν εγελιανό από το να θέσει την
παραγωγή και την κατανάλωση ως ταυτόσημες. Και αυτό έχει συμβεί όχι
μόνο από λογοτεχνίζοντες σοσιαλιστές συγγραφείς, αλλά και από τουδ
ίδιους τους πεζούς οικονομολόγους, για παράδειγμα τον Say, με τη μορφή
ότι, όταν εξετάζει κανείς ένα λαό, η παραγωγή του είναι η κατανάλωσή του.
Το ίδιο επίσης [ισχύει] αν εξεταστεί η ανθρωπότητα in abstracto. Ο Storch
απέδειξε στον Say το σφάλμα του [λέγονταδ] ότι, για παράδειγμα, ένας λαόδ
δεν καταναλώνει εντελώς το προϊόν του, αλλά επίσης δημιουργεί μέσα πα-
ραγωγής κ.λπ., πάγιο κεφάλαιο κ.λπ. Πέραν τούτου, όταν εξετάζεται η κοι­
νωνία ως ένα μοναδικό υποκείμενο, εξετάζεται εσφαλμένα - θεωρησιακά.
Σε ένα υποκείμενο η παραγωγή και η κατανάλωση εμφανίζονται ως στιγ-
μές μίας πράξης. θα πρέπει εδώ απλώς να τονιστεί το σημαντικότερο πράγ­
μα, ότι δηλαδης, όταν εξετάζει κανείς την παραγωγή και την κατανάλωση
ως δραστηριότητες ενός υποκειμένου ή μεμονωμένων ατόμων, τότε βέβαια
εμφανίζονται ως στιγμές μίας διαδικασίας στην οποία η παραγωγή είναι η
πραγματική αφετηρία και για το λόγο αυτό επίσης η αυθυπερβαίνουσα στιγ­
μης. Η κατανάλωση ως χρεία, ως ανάγκη είναι η ίδια μια εσωτερική στιγμή
της παραγωγικής δραστηριότητας. Αυτή η τελευταία όμως είναι η αφετηρία
της πραγματοποίησης και συνεπώς επίσης η αυθυπερβαίνουσα στιγμή της, η
πράξη στην οποία και πάλι καταλήγει η συνολική διαδικασία. Το άτομο πα­
ράγει ένα αντικείμενο και μέσα από την κατανάλωσή του επιστρέφει και πάλι
στον εαυτό του, αλλά ως παραγωγικό άτομο, και ως αυτοαναπαραγόμενο.
Η κατανάλωση εμφανίζεται έτσι ως στιγμή της παραγωγής.
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1073

Στην κοινωνία όμως, η σχέση του παραγωγού με το προϊόν, από τη στιγμή


που αυτό είναι έτοιμο, είναι εξωτερική* και η επιστροφή του στο υποκείμενο
εξαρτάται από χις σχέσεις του με άλλα άτομα. Δεν το αποκτά άμεσα. Άλλω­
στε η άμεση ιδιοποίησή του δεν είναι ο σκοπός του όταν παράγει εντός της
κοινωνίας. Μεταξύ του παραγωγού και των προϊόντων παρεμβάλλεται η
διανομης, η οποία καθορίζει το μερίδιό του στον κόσμο των προϊόντων μέσα
από κοινωνικούς νόμους, δηλαδή παρεμβάλλεται μεταξύ παραγωγής και
κατανάλωσης.
Βρίσκεται λοιπόν τώρα η διανομή ως αυτοτελής σφαίρα δίπλα και έξω
από την παραγωγή;

β) Παραγωγή και διανομή


Όταν εξετάζει κανείς τις συνήθεις εκφάνσεις της οικονομικής επιστήμης, αυτό
που εν πρώτοις προξενεί εντύπωση είναι ότι τα πάντα σ' αυτές τίθενται δι­
πλά. Για παράδειγμα, στη διανομή παρουσιάζονται η γαιοπρόσοδος, ο ερ­
γατικός μισθός, ο τόκος και το κέρδος, ενώ στην παραγωγή η γη, η εργασία
και το κεφάλαιο παρουσιάζονται ως συντελεστές της παραγωγής. Τώρα, με
το κεφάλαιο είναι εις των προτέρων σαφές ότι είναι διπλά τιθέμενο: 1. ως
συντελεστής παραγωγής· 2. ως πηγή εισοδήματος· ως προσδιορίζουσα ορι­
σμένων μορφών διανομής. Ο τόκος και το κέρδος παρουσιάζονται λοιπόν
επίσης ως τέτοια και στην παραγωγης, στο βαθμό που είναι μορφές μέσα στις
οποίες το κεφάλαιο πολλαπλασιάζεται, αναπτύσσεται, συνεπώς στιγμές της
ίδιας της παραγωγής του. Ο τόκος και το κέρδος ως μορφές διανομής προϋ­
ποθέτουν το κεφάλαιο ως συντελεστή παραγωγής. Είναι τρόποι διανομής οι
οποίοι έχουν ως προϋπόθεση το κεφάλαιο ως συντελεστή παραγωγής. Είναι
επίσης τρόποι αναπαραγωγής του κεφαλαίου.
Ο εργατικός μισθός είναι επίσης η μισθωτή εργασία που εξετάζεται υπό
έναν άλλο τίτλο: η προσδιοριστικότητα την οποία έχει εδώ η εργασία ως
συντελεστής παραγωγής εμφανίζεται ως προσδιορισμός διανομής. Εάν η
εργασία δεν ήταν προσδιορισμένη ως μισθωτή εργασία, τότε ο τρόπος με
τον οποίο συμμετέχει στα προϊόντα δεν θα εμφανιζόταν ως εργατικός μι­
σθός, όπως συμβαίνει, φερειπείν, στη δουλεία. Τέλος, η γαιοπρόσοδος, για
να πάρουμε εξαρχής την πιο ανεπτυγμένη μορφή της διανομής στην οποία
η γαιοκτησία συμμετέχει στα προϊόντα, προϋποθέτει τη μεγάλη γαιοκτησία
(ουσιαστικά τη μεγάλης κλίμακας αγροκαλλιέργεια) ως συντελεστή παρα­
γωγής, [και] όχι το έδαφος αδιακρίτως, όπως και ο μισθός [δεν προϋποθέτει]
την εργασία αδιακρίτως. Οι σχέσεις και οι τρόποι της διανομής εμφανίζονται
συνεπώς μόνο ως αντίστροφη όψη των συντελεστών παραγωγής. Ένα άτομο
που συμμετέχει στην παραγωγή με τη μορφή της μισθωτής εργασίας συμ­
μετέχει με τη μορφή του εργατικού μισθού στα προϊόντα, στα αποτελέσματα
της παραγωγής. Η διάρθρωση της διανομής είναι πλήρως προσδιορισμένη
από τη διάρθρωση της παραγωγής. Η ίδια η διανομή είναι ένα προϊόν της
παραγωγής, όχι μόνο ως προς το αντικείμενο, το ότι μόνο τα αποτελέσματα

Στο χειρόγραφο λέγεται: «εξωτερικό».


1074 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩ!Η (ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

της παραγωγής μπορούν να διανεμηθούν, αλλά και ως προς τη μορφης, το


ότι το καθορισμένο είδος της συμμετοχής στην παραγωγή προσδιορίζει τις
ιδιαίτερες μορφές της διανομής, τη μορφή με την οποία συμμετέχει κανείς
στη διανομης. Πρόκειται εξολοκλήρου για αυταπάτη το να τίθεται στην παρα­
γωγή το έδαφος, στη διανομή η γαιοπρόσοδος κ.λπ.
Ως εις τούτου οι οικονομολόγοι όπως ο Ricardo, οι οποίοι συνήθως επικρί­
νονται ότι έχουν τάχα υπόψη τους μόνο την παραγωγης, καθόρισαν αποκλει­
στικά τη διανομή ως αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης, διότι συλλάμ-
βαναν ενστικτωδώς τις μορφές διανομής ως την καθοριστικότερη έκφραση
μέσα από την οποία παγιώνονται οι συντελεστές παραγωγής σε μια δεδομέ­
νη κοινωνία.
Απέναντι στο μεμονωμένο άτομο η διανομή εμφανίζεται φυσικά σαν ένας
κοινωνικός νόμος, που καθορίζει τη θέση του εντός της παραγωγής, εντός
της οποίας παράγει, και η οποία συνεπώς προηγείται της παραγωγής. Το
άτομο δεν έχει εξαρχής κανένα κεφάλαιο, καμία γαιοπρόσοδο. Κατευθύ-
νεται εις γενετής στη μισθωτή εργασία μέσα από την κοινωνική κατανομης.
Αλλά αυτή η ίδια η κατεύθυνση είναι το αποτέλεσμα του ότι το κεφάλαιο, η
γαιοκτησία υπάρχουν ως αυτοτελείς συντελεστές παραγωγής.
Εάν εξετάσουμε ολόκληρες κοινωνίες, η διανομή εμφανίζεται μέσα από
ακόμα μία πλευρά να προηγείται της παραγωγής και να την προσδιορίζει-
τρόπον τινά ως προ-οικονομικό fact [γεγονός]. Ένας κατακτητικός λαός κα­
τανέμει το έδαφος μεταξύ των καταχτητών και επιβάλλει έτσι μια ορισμένη
κατανομή και μορφή της γαιοκτησίας: προσδιορίζει συνεπώς την παραγωγης.
Είτε κάνει δούλους τους καταχτημένους και καθιστά έτσι τη δουλική εργασία
θεμέλιο της παραγωγής. Είτε ένας λαός, μέσα από επανάσταση, συντρίβει τη
μεγάλη γαιοκτησία σε μικρά κτήματα- δίνει λοιπόν μέσα από αυτήν τη νέα
διανομή έναν νέο χαρακτήρα στην παραγωγης. Είτε η νομοθεσία διαιωνίζει τη
γαιοκτησία σε ορισμένες οικογένειες είτε κατανέμει την εργασία ως κληρονο­
μικό προνόμιο και με αυτό τον τρόπο την παγιώνει εν είδει κόστας. Σε όλες
αυτές τις περιπτώσεις, και είναι όλες τους ιστορικές, φαίνεται να μην είναι η
διανομή διαρθρωμένη και προσδιορισμένη από την παραγωγης, αλλά αντι-
στρόφως η παραγωγή από τη διανομης.
Στην πιο επιφανειακή σύλληψη η διανομή εμφανίζεται ως διανομή των
προϊόντων, και συνεπώς απομακρυσμένη και οιονεί αυτοτελής απέναντι
στην παραγωγης. Προτού όμως γίνει διανομή των προϊόντων η διανομή
είναι: 1. διανομή των εργαλείων παραγωγής και 2., πράγμα που αποτελεί
έναν περαιτέρω προσδιορισμό της ίδιας σχέσης, διανομή των μελών της
κοινωνίας στα διάφορα είδη της παραγωγής. (Υπαγωγή των ατόμων σε ορι­
σμένες παραγωγικές σχέσεις.) Η διανομή των προϊόντων είναι προφανώς
μόνο αποτέλεσμα αυτής της διανομής, η οποία συμπεριλαμβάνεται εντός
της ίδιας της διαδικασίας παραγωγής και προσδιορίζει τη διάρθρωση της πα­
ραγωγής. Το να εξετάζεται η παραγωγή πέρα από αυτή τη διανομή η οποία
συμπεριλαμβάνεται εντός της αποτελεί προφανώς μια κενή αφαίρεση, ενώ
αντίστρόφως η διανομή των προϊόντων είναι αφ' εαυτής δεδομένη με τη δια­
νομή εκείνη η οποία αποτελεί αρχικά μια στιγμή της παραγωγής. Ο Ricardo,
ο οποίος ενδιαφερόταν να συλλάβει τη σύγχρονη παραγωγή στην ορισμένη
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1075

κοινωνική διάρθρωσή της και ο οποίος είναι ο οικονομολόγος της παραγω-


γής par excellence [κατεξοχήν], δηλώνει ακριβά» γι' αυτόν το λόγο όχι την
παραγωγή αλλά τη διανομή ως το καθ' εαυτό θέμα της σύγχρονέ οικο­
νομικής επιστήμης. Από εδώ και πάλι αναδεικνύεται ο παραλογισμός των
οικονομολόγων, οι οποίοι αναπτύσσουν την παραγωγή ως αιώνια αλήθεια,
ενώ εξορίζουν την ιστορία στο πεδίο της διανομής.
Το ποια σχέση καταλαμβάνει προς την παραγωγή η διανομή αυτή που
προσδιορίζει την ίδια την παραγωγή είναι προφανά» ένα ερώτημα το οποίο
εμπίπτει στην ίδια την παραγωγης. Εάν υποστηριχθεί ότι τουλάχιστον, αφού η
παραγωγή ξεκινά από μια ορισμένη διανομή των παραγωγικών εργαλείων,
τότε η διανομή με αυτό το νόημα προηγείται της παραγωγής, αποτελεί την
προϋπόθεσή της, θα πρέπει να απαντήσουμε ότι η παραγωγή έχει όντα»
τους όρους και τις προϋποθέσεις της, οι οποίες αποτελούν στιγμές της ιδίας.
Αυτές ενδέχεται στην απαρχή να εμφανίζονται α» αυτοφυείς. Μέσα από την
ίδια τη διαδικασία της παραγωγής μετατρέπονται από αυτοφυείς σε ιστορικές
και, εάν για μια περίοδο εμφανίζονται α» φυσικές προϋποθέσε» της παρα-
γωγής, υπήρξαν για μια άλλη περίοδο το ιστορικό αποτέλεσμά της. Evros
της i6ias της παραγωγής μεταβάλλονται διαρκά». Για παράδειγμα, η χρη­
σιμοποίηση των μηχανημάτων άλλαξε τη διανομή τόσο των παραγωγικών
εργαλείων όσο και των προϊόντων. Η ίδια η σύγχρονη μεγάλη γαιοκτησία
είναι το αποτέλεσμα τόσο του σύγχρονου εμπορίου και της σύγχρονης βι­
ομηχανίας, όσο και της εφαρμογής της τελευταίε» στην αγροκαλλιέργεια.
Τα ερωτήματα που τέθηκαν παραπάνω ανάγονται σε τελική ανάλυση στο
ζήτημα του πά» εμπλέκονται οι γενικές ιστορικές σχέσεις στην παραγωγης,
όπα» και στη σχέση τους με την ιστορική κίνηση εν γένει. Το ερώτημα ανήκει
προφανά» στο σχολιασμό και στην ανάπτυξη της ίδιας της παραγωγής.
Με την κοινότοπη μορφή όμα» με την οποία διατυπώθηκαν προηγου-
μένα», μπορούμε να τις πραγματευτούμε εξίσου συνοπτικά. Σε όλες τις κα­
τακτήσε» τρία πράγματα είναι δυνατά. Ο κατακτηυ» λαός υποτάσσει τον
καταχτημένο στον δικό του τρόπο παραγωγής (για παράδειγμα, οι Άγγλοι
στην Ιρλανδία αυτό τον αιώνα, εν μέρει στην Ινδία)· είτε αφήνει τον παλιό
να υπάρχει και αρκείται στο φόρο υποτέλειας (φερειπείν, οι Τούρκοι και οι
Ρωμαίοι)· είτε προκύπτει μια αλληλεπίδραση μέσα από την οποία γεννιέται
κάτι νέο, μια σύνθεση (εν μέρει στις γερμανικές κατακτήσε»). Σε όλες τ»
περιπτώσεις ο τρόπος παραγωγής, είτε του καταχτητή λαού είτε του κατα­
χτημένου είτε εκείνος που έχει ανακύψει από τη σύντηξη των δύο, είναι κα­
θοριστικός για τη νέα διανομή η οποία προέκυψε. Αν και αυτή εμφανίζεται
ως προϋπόθεση για τη νέα περίοδο παραγωγής, είναι αυτή η ίδια ένα προϊόν
της παραγωγής, όχι μόνο της ιστορικής γενικά, αλλά της καθορισμένης ιστο­
ρικής παραγωγή;.
Οι Μογγόλοι, για παράδειγμα, με τ» καταστροφές που προκάλεσαν στη
Ρωσία, ενεργούσαν σύμφωνα με την παραγωγή τους, την κτηνοτροφία, για
την οποία οι μεγάλες ακατοίκητες εκτάσεις είναι ένας κύριος όρος. Οι Γερμα­
νοί βάρβαροι, για τους οποίους παραδοσιακή παραγωγή αποτελούσε η γε­
ωργία με δουλοπάροικους καθώς και ο απομονωμένος βίος στην ύπαιθρο,
μπόρεσαν να υποτάξουν τις ρωμαϊκές επαρχίες πολύ πιο εύκολα σ' αυτούς
ΙΟ76 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

τους όρους, καθώς η συγκέντρωση της γαιοκτησίας που είχε πραγματοποιη­


θεί εκεί είχε ήδη ανατρέψει τις αρχαιότερες καλλιεργητικές σχέσεις.
Πρόκειται για μια παραδεδομένη αντίληψη ότι σε ορισμένες περιόδους
ζούσε κανείς μόνο από τη ληστεία. Για να μπορέσει όμως κάποιος να ληστέ­
ψει, πρέπει να υπάρχει κάτι για να ληστευτεί, άρα παραγωγης. Ο δε τρόπος
της ληστεία προσδιορίζεται και πάλι από τον τρόπο τα παραγωγής. Ένα
stockjobbing nation [χρηματιστηριακό έθνος], για παράδειγμα, δεν μπορεί
να ληστευτεί ακριβώς όπως ένα έθνος αγελαδοβοσκών.
Με το δούλο ληστεύεται άμεσα το εργαλείο παραγωγής. Τότε όμως η πα­
ραγωγή της χώρας για την οποία ληστεύεται ο δούλος πρέπει να είναι με
τέτοιον τρόπο διαρθρωμένη, ώστε να επιτρέπει τη δουλική εργασία ή (όπωε
στη Νότιο Αμερική κ.λπ.) θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας τρόπος παραγω-
γής που να αντιστοιχεί στο δούλο.
Οι νόμοι μπορούν να διαιωνίζουν ένα εργαλείο παραγωγήε, φερειπείν το
έδαφος, για ορισμένες οικογένειες. Αυτοί οι νόμοι αποκτούν οικονομική ση­
μασία τότε μόνο, όταν η μεγάλη γαιοκτησία εναρμονίζεται με την κοινωνική
παραγωγης, όπως, για παράδειγμα, στην Αγγλία. Στη Γαλλία υπήρχε μικρο-
καλλιέργεια παρά την ύπαρξη της μεγάλης γαιοκτησίας, και κατά συνέπεια
αυτή η τελευταία συντρίφτηκε από την Επανάσταση. Η διαιώνιση όμως, για
παράδειγμα, του κατακερματισμού [της γαιοκτησίαε] από το νόμο; Παρά την
ύπαρξη αυτών των νόμων, η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται και πάλι. Η επιρροή
των νόμων στη διατήρηση των σχέσεων διανομήε, και μέσω αυτής η επίδρα­
σή τους στην παραγωγης, θα πρέπει να καθοριστεί ξεχωριστά.

γ) Τέλος, ανταλλαγή και κυκλοφορία


Η κυκλοφορία η ίδια είναι μόνο μια προσδιορισμένη στιγμή της ανταλλαγής
ή η ανταλλαγή θεωρούμενη στην ολότητά της.
Στο βαθμό που η ανταλλαγή είναι μόνο μια διαμεσολαβητική στιγμή ανά­
μεσα στην παραγωγή και στην προσδιορισμένη από αυτή διανομή με την
κατανάλωση· στο βαθμό όμως που η κατανάλωση εμφανίζεται η ίδια ως μια
στιγμή της παραγωγήε, η ανταλλαγή συμηςριλαμβάνεται προφανώς στην
παραγωγή ως στιγμης.
Είναι εν πρώτοιε σαφές ότι η ανταλλαγή δραστηριοτήτων και ικανοτήτων,
η οποία επιτελείται στην ίδια την παραγωγης, ανήκει άμεσα στην ίδια και
την αποτελεί ουσιωδώς. Το ίδιο ισχύει, δεύτερον, για την ανταλλαγή των
προϊόντων εφόσον αυτή είναι μέσο για την παρασκευή του έτοιμου προϊό­
ντος, το οποίο προορίζεται για την άμεση κατανάλωση. Στο βαθμό αυτό η
ανταλλαγή η ίδια είναι μια πράξη που συμηςριλαμβάνεται στην παραγωγης.
Τρίτον, η λεγόμενη exchange [ανταλλαγή] μεταξύ dealers και dealers [εμπό­
ρων] προσδιορίζεται εντελώς από την παραγωγή ως προς την οργάνωσή
της, αλλά και αυτή η ίδια [προσδιορίζεται] ως παραγωγική δραστηριότητα.
Η ανταλλαγή εμφανίζεται ως ανεξάρτητη δίπλα στην παραγωγή και ως αδιά­
φορη προς αυτή μόνο στο τελευταίο στάδιο, όπου το προϊόν ανταλλάσσεται
άμεσα για την κατανάλωση. Ωστόσο: 1. δεν υπάρχει καμία ανταλλαγή χωρίς
καταμερισμό της εργασίας, είτε τώρα αυτός είναι αυτοφυής είτε ο ίδιος ήδη
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1077

ένα ιστορικό αποτέλεσμα· 2. η ιδιωτική ανταλλαγή προϋποθέτει ιδιωτική


παραγωγή· 3. η ένταση της ανταλλαγήε, όπως και η έκταση και ο τρόπος της
προσδιορίζονται από την ανάπτυξη και τη διάρθρωση της παραγωγήε. Για
παράδειγμα, ανταλλαγή μεταξύ πόλης και υπαίθρου, ανταλλαγή στην ύπαι­
θρο, στην πόλη κ.λπ. Η ανταλλαγή εμφανίζεται έτσι σε όλες τις στιγμές είτε
ως άμεσα εμπλεκόμενη στην παραγωγή είτε προσδιορισμένη από αυτήν.
Το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγουμε δεν είναι ότι η παραγωγης, η δια­
νομης, η ανταλλαγή και η κατανάλωση είναι ταυτόσημες, αλλά ότι όλες τουε
αποτελούν μέλη μίας ολότητας, διαφορές μέσα σε μία ενότητα. Η παραγωγή
είναι αυθυπερβαίνουσα, τόσο αναφορικά με τον εαυτό της ως αντιθετικό
προσδιορισμό της παραγωγής όσο και με τις άλλες στιγμές. Από αυτήν ξε­
κινά διαρκώς ξανά εις νέου η διαδικασία. Είναι αυτονόητο ότι η ανταλλαγή
και η κατανάλωση δεν μπορούν να είναι το αυθυπερβαίνον στοιχείο. Το
ίδιο ισχύει και για τη διανομή ως διανομή των προϊόντων. ως διανομή των
συντελεστών παραγωγής όμως, είναι αυτή η ίδια μια στιγμή της παραγωγήε.
Μια καθορισμένη παραγωγή προσδιορίζει λοιπόν μια καθορισμένη κατανά­
λωση, διανομης, ανταλλαγης, τις καθορισμένες σχέσεις αυτών των διαφορετι­
κών στιγμών μεταξύ τους. Βεβαίως, και η παραγωγης, στη μονόπλευρη μορφή
της, προσδιορίζεται από τις άλλες στιγμές. Για παράδειγμα, όταν η αγορά
επεκτείνεται, δηλαδή [όταν επεκτείνεται] η σφαίρα της ανταλλαγήε, αυξάνει
η παραγωγή ως προς την έκτασή της και βαθαίνει ο καταμερισμός της. Με
μια μεταβολή της διανομής αλλάζει η παραγωγή· για παράδειγμα, με συ­
γκέντρωση του κεφαλαίου, με τη διαφορετική κατανομή του πληθυσμού σε
πόλη και σε ύπαιθρο κ.λπ. Τέλος, οι καταναλωτικές ανάγκες προσδιορίζουν
την παραγωγης. Υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφορετικών στιγμών.
Αυτό συμβαίνει σε κάθε οργανικό όλο.

3. Η μέθοδος της πολιτικής οικονομίαε


Όταν εξετάζουμε μια δεδομένη χώρα από τη σκοπιά της πολιτικής οικονομί-
ας, ξεκινούμε με τον πληθυσμό της, την κατανομή του σε τάξεις, στην πόλη,
στην ύπαιθρο, στα παράλια, τους διάφορους κλάδους παραγωγήε, τις εξα-
γωγές και τις εισαγωγέε, την ετήσια παραγωγή και κατανάλωση, τις εμπο-
ρευματικές τιμές κ.λπ.
Το ορθό φαίνεται να είναι να ξεκινάμε με το πραγματικό και συγκεκριμένο,
με την πραγματική προϋπόθεση, δηλαδης, για παράδειγμα, στην οικονομική
επιστήμη με τον πληθυσμό, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο και το υποκείμε­
νο της συνολικής κοινωνικής παραγωγικής πράξης. Ωστόσο, με εγγύτερη
εξέταση αυτό αποκαλύπτεται ως σφάλμα. Ο πληθυσμός είναι μια αφαίρεση
εάν, για παράδειγμα, παραλείψω τις τάξεις από τις οποίες αποτελείται. Αυτέε
οι τάξεις, πάλι, είναι μια κενή λέξη εάν δεν γνωρίζω τα στοιχεία στα οποία
βασίζονται, φερειπείν μισθωτή εργασία, κεφάλαιο κ.λπ. Αυτά προϋποθέ­
τουν ανταλλαγης, καταμερισμό της εργασίας, τιμές κ.λπ. Για παράδειγμα, το
κεφάλαιο χωρίς τη μισθωτή εργασία δεν είναι τίποτε, [όπως και] χωρίς την
αξία, το χρήμα, την τιμή κ.λπ. Εάν λοιπόν ξεκινήσω με τον πληθυσμό, τότε
ΙΟ78 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

αυτό θα ήταν μια χαώδης παράσταση του όλου, και μέσα από αυστηρότερο
προσδιορισμό θα κατέληγα αναλυτικά σε όλο και περισσότερο απλούστε­
ρες έννοιες· από το αναπαριστάμενο Συγκεκριμένο [θα προχωρούσα] σε όλο
και πιο ψιλά Abstracts [αφαιρέσεις], éœs ότου θα κατέληγα στους απλούστε-
pous προσδιορισμούς. Από εκεί θα έπρεπε και πάλι να ξεκινήσω το ταξίδι
προς τα πίσω, éως ότου καταλήξω και πάλι στον πληθυσμό, αυτή τη φορά
όμως όχι ως μια χαώδη παράσταση ενός όλου, αλλά ως μια πλούσια ολό­
τητα πολλών προσδιορισμών και σχέσεων. Η πρώτη o6ôs είναι εκείνη που
πήρε η οικονομική επιστήμη κατά την ιστορική γένεσή της. Για παράδειγμα,
οι οικονομολόγοι του 17ου αιώνα αρχίζουν πάντα με το ζωντανό όλο, τον
πληθυσμό, το é0vos, το κράτος, με περισσότερα κράτη κ.λπ.· αλλά πάντα
καταλήγουν μέσω της ανάλυσή να ανακαλύπτουν ορισμένες καθοριστικές
αφηρημένες, γενικές σχέσεις, ônos καταμερισμός της εργασίας, χρήμα, αξία
κ.λπ. Από τη στιγμή που αυτές οι μεμονωμένες στιγμές είχαν περισσότερο ή
λιγότερο παγιωθεί και αποκτηθεί διά της αφαιρέσεως, ξεκίνησαν τα οικονο­
μικά συστήματα, τα οποία ανέρχονται από το απλό [στοιχείο], όπως εργασία,
καταμερισμός της εργασίας, ανάγκη, ανταλλακτική αξία, μέχρι το κράτος,
την ανταλλαγή μεταξύ των εθνών και τη διεθνή αγορά. Αυτό το τελευταίο
είναι προφανώς η επιστημονικά ορθή μέθοδος. Το Συγκεκριμένο είναι συ­
γκεκριμένο διότι είναι η σύνοψη πολλών προσδιορισμών, δηλαδή ενότητα
του πολλαπλού. Στη νόηση εμφανίζεται συνεπώς ως διαδικασία της σύνο­
ψης, ως αποτέλεσμα, όχι ως αφετηρία, αν και είναι η πραγματική αφετηρία
και συνεπώς επίσπ5 η αφετηρία της εποπτείας και της παράστασης. Με την
πρώτη οδό ολόκληρη η παράσταση εξατμίστηκε σε έναν αφηρημένο προσ­
διορισμό· με τη δεύτερη οι αφηρημένοι προσδιορισμοί οδηγούν σε αναπα­
ραγωγή του Συγκεκριμένου διά της vônons. Os εις τούτου ο Hegel κατέληξε
στην αυταπάτη να συλλάβει το πραγματικό ως αποτέλεσμα της vônons, η
οποία συνοψίζει εντός της τον εαυτό της, εμβαθύνει στον εαυτό της και κι­
νείται αφ' εαυτής, ενώ η μέθοδος της ανόδου από το Αφηρημένο στο Συ­
γκεκριμένο είναι μόνο ο τρόπος της vônoης να ιδιοποιείται το Συγκεκριμένο,
να το αναπαράγει ως πνευματικό Συγκεκριμένο. Δεν είναι όμως επ' ουδενί η
γενετική διαδικασία του Συγκεκριμένου του ίδιου. Για παράδειγμα, η απλού­
στερη οικονομική κατηγορία, φερειπείν η ανταλλακτική αξία, προϋποθέτει
πληθυσμό, πληθυσμό ο οποίος παράγει εντός καθορισμένων σχέσεων· επί-
oης ορισμένα είδη οικογενειακής ή κοινοτικής ή κρατικής οργάνωσης κ.λπ.
Δεν μπορεί ποτέ να υπάρχει παρά ως αφηρημένη, μονόπλευρη σχέση ενός
ήδη δεδομένου συγκεκριμένου, ζωντανού όλου. Αντιθέτως, ως κατηγορία
η ανταλλακτική αξία έχει προκατακλυσμιαία ύπαρξη. Για τη συνείδηση συ­
νεπώς -και έτσι είναι προσδιορισμένη η φιλοσοφική συνείδηση-, για την
οποία η εννοιακή νόηση είναι ο πραγματικός άνθρωπος και συνεπώς πρώτα
ο εννοημένος κόσμος ως τέτοιος είναι το Πραγματικό, εμφανίζεται η κίνηση
των κατηγοριών σαν η πραγματική πράξη παραγωγής -η οποία δυστυχώς
λαμβάνει μια έξωθεν ώθηση- το αποτέλεσμα της οποίας είναι ο κόσμος·
και αυτό είναι -αλλά και πάλι αυτό είναι μια ταυτολογία- ορθό στο βαθμό
που η συγκεκριμένη ολότητα ως νοητική ολότητα, ως ένα νοητικό συγκε­
κριμένο, είναι in fact ένα προϊόν της νόησης, της [εννοιακής] σύλληψης· επ'
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1079

ουδενί όμως [ένα προϊόν] rης éwoias που νοεί και γεννά τον εαυτό της έξω
ή υπεράνω της εποπτείας και της napâoraons, αλλά [ένα προϊόν] της επεξερ-
yaoias της εποπτείας και της napâoraoης στην έννοια. Το όλο, όπως εμφα­
νίζεται στο μυαλό ως νοητικό όλο, είναι ένα προϊόν του μυαλού, το οποίο
ιδιοποιείται τον κόσμο με τον μοναδικό γι' αυτό δυνατό τρόπο, έναν τρόπο
ο οποίος είναι διαφορετικός από την καλλιτεχνικης, τη θρησκευτικης, την πρα-
κτικά-πνευματική ιδιοποίηση αυτού του κόσμου. Το πραγματικό υποκείμενο
εξακολουθεί, όπως και πριν, να υφίσταται στην αυτοτέλειά του έξω από
το κεφάλι· δηλαδή όσο το κεφάλι φέρεται θεωρησιακά, μόνο θεωρητικά.
Enioης λοιπόν και στη θεωρητική μέθοδο το υποκείμενο, η κοινωνία, πρέπει
πάντα να λαμβάνεται υπόψη στην παράσταση ως προϋπόθεση.
αυτές όμως οι anàés κατηγορίες δεν έχουν άραγε και μια ανεξάρτητη ιστο­
ρική ή φυσική ύπαρξη που να προηγείται των πιο σύνθετων; Ça dépend
[Εξαρτάται]. Για παράδειγμα, ο Hegel ξεκινά ορθά» τη φιλοσοφία του δικαίου
με τη νομή ως την απλούστερη δικαϊκή σχέση του υποκειμένου. Δεν υπάρ­
χει όμως καμία νομή πριν από την οικογένεια ή τις axéoeis xupiapxias και
υποτέλειας, οι οποίες είναι πολύ πιο συγκεκριμένες σχέσεκ. Αντιθέτου, θα
ήταν ορθό να πούμε ότι υπάρχουν οικογένειες, σύνολα γενών τα οποία μόνο
κατέχουν ακόμα, αλλά δεν έχουν ιδιοκτησία. Η απλούστερη κατηγορία εμφα­
νίζεται λοιπόν ως σχέση απλών οικογενειακών ή γενεακών συντροφιών σε
σχέση προς την ιδιοκτησία. Στην ανώτερη κοινωνία εμφανίζεται ως η απλού­
στερη σχέση μιας πιο ανεπτυγμένα οργάνωσα. Προϋποτίθεται όμως πάντα
το πιο συγκεκριμένο υπόστρωμα, η σχέση του οποίου είναι η νομης. Μπορεί
κανείς να αναπαραστήσει έναν μεμονωμένο άγριο ως κάτοχο. Τότε όμως η
νομή δεν είναι μια δικαϊκή σχέση. Είναι εσφαλμένη η άποψη ότι η νομή ανα­
πτύσσεται ιστορικά στην οικογένεια. Πολύ περισσότερο, προϋποθέτει πάντα
αυτή την «πιο συγκεκριμένη δικαϊκή κατηγορία». Ωστόσο, θα απέμενε πάντα
μάλλον ότι οι απλές κατηγορικ είναι έκφραση σχέσεων στις οποίες ενδέχεται
να έχει πραγματοποιηθεί το ανεξέλικτο Συγκεκριμένο, χωρίς ακόμη να έχει
θέσει την πιο πολύπλευρη αναφορά ή σχέση, η οποία εκφράζεται πνευμα­
τικά aus συγκεκριμένες κατηγορία· ενώ το πιο ανεπτυγμένο Συγκεκριμένο
διατηρεί την ίδια κατηγορία ως μια υποδεέστερη σχέση. Το χρήμα μπορεί να
υπάρχει και έχει ιστορικά υπάρξει πριν υπάρξει το κεφάλαιο, πριν υπάρξουν
τράπεζες, πριν υπάρξει η μισθωτή εργασία κ.λπ. Os προς αυτή την πλευρά
λοιπόν μπορεί να ειπωθεί ότι η απλή κατηγορία μπορεί να εκφράζει κυρίαρ-
xes σχέσεις ενός ανεξέλικτου όλου ή υποδεέστερες σχέσεις ενός ανεπτυγμέ­
νου όλου, οι οποί« ήδη υπήρχαν ιστορικά πριν το όλο αναπτυχθεί ως προς
αυτή την πλευρά, η οποία έχει εκφραστεί σε μια πιο συγκεκριμένη κατηγορία.
Στο βαθμό αυτό, η πορεία rης αφηρημένης vônons, η οποία ανέρχεται από
το απλούστερο στο σύνθετο, θα αντιστοιχούσε στην πραγματική ιστορική δι­
αδικασία.
Από την άλλη πλευρά μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχουν πολύ ανεπτυγ-
μένες αλλά εντούτοιε ιστορικά ανώριμες κοινωνικές μορφέε, στις οποίες
πραγματοποιούνται οι ανώτατες μορφές rης οικονομίας, για παράδειγμα
συνεργασία, ανεπτυγμένος καταμερισμός εργασίας κ.λπ., χωρίς να υπάρχει
οποιοδήποτε χρήμα, φερειπείν στο Περού. Enioης στις σλαβικές κοινότητες
1080 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

το χρήμα και η ανταλλαγή που το καθορίζει δεν διακρίνονται διόλου, ή ελά­


χιστα, εντός των μεμονωμένων κοινοτήτων, παρά μόνο στα όριά τους, στη
συναλλαγή με άλλους, όπως άλλωστε είναι εντελώς εσφαλμένο να τίθεται
η ανταλλαγή καταμεσής στις κοινότητες ως το πρωταρχικά συγκροτησιακό
στοιχείο. Πολύ περισσότερο, αρχικά διακρίνεται στη σχέση των διάφορων
κοινοτήτων μεταξύ τους, παρά μεταξύ των μελών μιας και της αυτής κοι­
νότητας. Επιπλέον: Αν και το χρήμα παίζει πολύ νωρίς και ολόπλευρα ένα
ρόλο, ωστόσο στην αρχαιότητα προσιδιάζει ως κυρίαρχο στοιχείο μόνο σε
μονόπλευρα καθορισμένα έθνη, σε εμπορικά έθνη. Ακόμη δε και στα πιο
διαμορφωμένα τμήματα της αρχαιότητας, στους Έλληνες και τους Ρωμαί­
ους, η πλήρης ανάπτυξή του, η οποία προϋποτίθεται στη σύγχρονη αστική
κοινωνία, εμφανίζεται μόνο την περίοδο της διάλυσής τους. Αυτή λοιπόν
η απλούστατη κατηγορία εμφανίζεται με την έντασή της ιστορικά μόνο στις
πιο ανεπτυγμένες συνθήκες της κοινωνίας. Με κανέναν τρόπο δεν διαποτίζει
όλες τις οικονομικές σχέσεις. Για παράδειγμα, στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία,
στο μέγιστο της ανάπτυξής της, ο φόρος σε είδος και η παροχή σε είδος
παρέμειναν το θεμέλιο. Η χρηματική οργάνωση αναπτύχθηκε εκεί με πλη­
ρότητα μόνο στο στρατό. Ποτέ εξάλλου δεν κατέλαβε το σύνολο της εργα­
σίας. Έτσι, αν και η απλούστερη κατηγορία μπορεί να έχει υπάρξει ιστορικά
πριν από την πιο συγκεκριμένη, μπορεί με την πλήρη εντατική και εκτατική
ανάπτυξή της να ανήκει ακριβώς σε μια σύνθετη κοινωνική μορφης, ενώ η
πιο συγκεκριμένη ήταν πλήρως ανεπτυγμένη σε μια λιγότερο ανεπτυγμένη
κοινωνική μορφης.
Η εργασία φαίνεται μια απλούστατη κατηγορία. Επίσης και η παράστασή
της σ' αυτή τη γενικότητα -ως εργασία εν γένει- είναι πανάρχαια. Ωστόσο,
εφόσον συλληφθεί οικονομικά σ' αυτή την απλότητα, η «εργασία» είναι μια
εξίσου σύγχρονη κατηγορία όπως και οι σχέσεις που γεννούν αυτή την απλή
αφαίρεση. Για παράδειγμα, το χρηματιστικό σύστημα θέτει ακόμη τον πλούτο
εντελώς αντικειμενικά, ως πράγμα εξωτερικό, στο χρήμα. Απέναντι σ' αυτή τη
σκοπιά αποτέλεσε μεγάλη πρόοδο το γεγονός ότι το βιοτεχνικό ή εμπορικό
σύστημα έθεσε την πηγή του πλούτου από το αντικείμενο στην υποκειμενι­
κή δραστηριότητα -στην εμπορική ή βιοτεχνική εργασία- αλλά συνεχίζει να
συλλαμβάνει περιοριστικά αυτή την ίδια δραστηριότητα απλώς ως χρηματο-
ποιητικης. Απέναντι σ' αυτό το σύστημα [διατυπώθηκε] το φυσιοκρατικό, το
οποίο θέτει μια συγκεκριμένη μορφή της εργασίας -την αγροκαλλιέργεια- ως
εκείνη που δημιουργεί τον πλούτο και [θεωρεί] το ίδιο το αντικείμενο όχι
πλέον με τη μεταμφίεση του χρήματος αλλά ως προϊόν εν γένει, ως γενικό
αποτέλεσμα της εργασίας. Το προϊόν αυτό, σύμφωνα με την περιοριστικότη-
τα της δραστηριότητας, [συλλαμβάνεται] ακόμη ως φυσικά προσδιορισμένο
προϊόν - ως γεωργικό προϊόν, ως προϊόν της γης par excellence.
Επρόκειτο για μια τεράστια πρόοδο του Adam Smith το ότι αφαίρεσε κάθε
προσδιοριστικότητα της δραστηριότητας που γεννά πλούτο - εργασία αδια­
κρίτως, ούτε βιοτεχνική ούτε εμπορική ούτε γεωργική εργασία, αλλά τόσο
η μία όσο και η άλλη. Με την αφηρημένη γενικότητα της πλουτογενετικής
δραστηριότητας [υποδηλώνεται] τώρα και η γενικότητα του αντικειμένου
που προσδιορίζεται ως πλούτος, [ως] προϊόν εν γένει, ή πάλι [ως] έργα-
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1θ8ΐ

σία εν γένει, αλλά ως παρελθούσα, εξαντικειμενικευμένη εργασία. Το πόσο


δύσκολη και μεγάλη ήταν αυτή η μετάβαση φαίνεται από το ότι ο ίδιος ο
Adam Smith υποτροπιάζει ενίοτε και πάλι στο φυσιοκρατικό σύστημα, θα
μπορούσε τώρα να φανεί ως εάν με αυτό τον τρόπο να έχει απλώς βρεθεί η
αφηρημένη έκφραση για την απλούστερη και αρχαιότατη σχέση στην οποία
οι άνθρωποι -ανεξαρτήτως σε ποια κοινωνική μορφή- εμφανίζονται œs
παραγωγικά ενεργοί [produzierend]. Από τη μια πλευρά αυτό είναι σωστό.
Από την άλλη [όμως] όχι. Η αδιαφορία απέναντι σε ένα καθορισμένο είδος
εργασίας προϋποθέτει μια εξαιρετικά ανεπτυγμένη ολότητα πραγματικών
ειδών εργασίας, εις των οποίων κανένα πλέον δεν είναι το κυρίαρχο πάνω
σε όλα. Άλλωστε, οι γενικότερες αφαιρέσεις γεννιούνται εν γένει μόνο με
την πλουσιότερη συγκεκριμένη ανάπτυξη, όπου ένα [στοιχείο] εμφανίζεται
από κοινού σε πολλά, ως κοινό σε όλα. Παύει τότε να μπορεί να εννοηθεί
μόνο με μια ιδιαίτερη μορφης. Από την άλλη πλευρά αυτή η αφαίρεση της
εργασίας εν γένει δεν είναι απλώς το πνευματικό αποτέλεσμα μιας συγκε­
κριμένης ολότητας εργασιών. Η αδιαφορία απέναντι στην [εκάστοτε] καθο­
ρισμένη εργασία αντιστοιχεί σε μια κοινωνική μορφή στην οποία τα άτομα
μεταβαίνουν με ευκολία από τη μια εργασία στην άλλη και το καθορισμένο
είδος της εργασίας είναι τυχαίο γι' αυτά, συνεπώς είναι αδιάφορο. Η εργασία
έχει γίνει εδώ ένα μέσο δημιουργίας του πλούτου όχι μόνο στην κατηγορία,
αλλά και στην πραγματικότητα, και έχει πάψει να συμφύεται ως προσδιο­
ρισμός με τα άτομα σε μια ιδιαιτερότητα. Μια τέτοια κατάσταση είναι εξο-
λοκλήρου ανεπτυγμένη στην πιο νεωτερική μορφή ύπαρξης των αστικών
κοινωνιών - τις Ηνωμένες Πολιτείες [της Αμερικής]. Για πρώτη φορά λοιπόν
εδώ γίνεται πρακτικά αληθινή η αφαίρεση της κατηγορίας «εργασία», «ερ­
γασία εν γένει», εργασία sστις phrase [αδιακρίτως], η αφετηρία της σύγχρο­
νης οικονομικής επιστήμης. Η απλούστερη αφαίρεση λοιπόν, την οποία η
σύγχρονη οικονομική επιστήμη θέτει στην κορυφή και η οποία εκφράζει μια
σχέση πανάρχαια και έγκυρη για όλες τις κοινωνικές μορφές, εμφανίζεται σ'
αυτή την αφαίρεση με πρακτικά αληθινό τρόπο μόνο ως κατηγορία της πιο
σύγχρονης κοινωνίας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτό που στις Ηνωμέ­
νες Πολιτείες εμφανίζεται ως ιστορικό προϊόν εμφανίζεται, για παράδειγμα,
στους Ρώσους -αυτή η αδιαφορία απέναντι στην καθορισμένη εργασία- ως
αυτοφυής κλίση. Πρόκειται όμως για μια διαολεμένη διαφορά εάν κάποιοι
βάρβαροι έχουν την κλίση να καταγίνονται με τα πάντα ή εάν κάποιοι πολι­
τισμένοι άνθρωποι καταπιάνονται με τα πάντα. Άλλωστε, αυτή η αδιαφορία
απέναντι στην προσδιοριστικότητα της εργασίας αντιστοιχεί πρακτικά στους
Ρώσους στην παραδοσιακή αγκίστρωση σε μια εντελώς καθορισμένη εργα­
σία, από την οποία μπορούν να απαγκιστρωθούν μόνο μέσα από έξωθεν
επιρροές.
Αυτό το παράδειγμα της εργασίας δείχνει με φανταχτερό τρόπο πώς ακόμη
και οι πιο αφηρημένες κατηγορίες, παρά το ότι ισχύουν σε όλες τις επο­
χές -ακριβώς λόγω του αφηρημένου χαρακτήρα τους-, είναι εντούτοις στην
προσδιοριστικότητα αυτής της ίδιας της αφαίρεσης εξίσου ένα προϊόν ιστο­
ρικών σχέσεων και κατέχουν την πλήρη ισχύ τους μόνο εντός αυτών των
σχέσεων και γι' αυτές τις σχέσεις.
1082 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ)

Η αστική κοινωνία είναι η πιο ανεπτυγμένη και πιο πολυσχιδής ιστορική


οργάνωση της παραγωγής. Οι κατηγορίες που εκφράζουν τις σχέσεις της, η
κατανόηση της διάρθρωσής της επιτρέπει συνεπώς ταυτόχρονα την επίγνω­
ση για τη διάρθρωση και τις παραγωγικές σχέσεις όλων των αφανισμένων
κοινωνικών μορφών, με τα ερείπια και τα στοιχεία των οποίων έχει οικοδο-
μηθεί η ίδια, από τα οποία εν μέρει κάποια παρασύρονται εντός της tas αξεπέ­
ραστα ακόμα υπολείμματα, όπου απλοί υπαινιγμοί έχουν αναπτυχθεί [μέσα
σε αυτή] σε διαμορφωμένες σημασίες κ.λπ. Η ανατομία του ανθρώπου είναι
ένα κλειδί για την ανατομία του πιθήκου. Αντιθέτακ, οι υπαινιγμοί για κάτι
ανώτερο στα υποδεέστερα ζωικά είδη μπορούν να κατανοηθούν μόνο όταν
αυτό το ανώτερο είναι ήδη γνωστό. Η αστική οικονομική επιστήμη παρέχει
έτσι το κλειδί για την αρχαία κ.λπ. Αυτό όμως δεν συμβαίνει επ' ουδενί με
τον τρόπο των οικονομολόγων, οι οποίοι εξαλείφουν όλες τις ιστορικές δια­
φορές και βλέπουν σε όλες τις κοινωνικές μορφές την αστικης. Μπορεί κανείς
να κατανοήσει το φόρο υποτέλειας, τη δεκάτη κ.λπ. Όταν γνωρίζει τη γαιο-
πρόσοδο. Δεν θα πρέπει όμως να τα ταυτίζει κανείς [με αυτήν]. Επιπλέον, μια
και η ίδια η αστική κοινωνία είναι απλώς μια αντιθετική μορφή της ανάπτυ­
ξης, θα απαντούν εντός της σχέσεις παλαιότερων μορφών, συχνά εντελώς
μαραμένες ή ακόμη και σαν παρωδία. Για παράδειγμα, η κοινοτική ιδιοκτη­
σία. Εάν λοιπόν είναι αληθές ότι οι κατηγορίες της αστικής οικονομικής επι­
στήμης έχουν μια αλήθεια για όλες τις άλλες κοινωνικές μορφές, τότε αυτό
θα πρέπει να γίνει αποδεκτό cum grano salis [όχι κυριολεκτικά]. Μπορεί
να τις περιέχουν ανεπτυγμένες, μαραμένες, σαν γελοιογραφία κ.λπ., πάντα
με ουσιώδη διαφορά. Η λεγάμενη ιστορική εξέλιξη βασίζεται εν γένει στο
ότι η τελευταία μορφή θεωρεί τις παρελθούσες σαν βαθμίδες που οδηγούν
στην ίδια και, μια και σπάνια και μόνο υπό εντελώς καθορισμένους όρους
είναι ικανή να υποβάλλει εαυτήν σε κριτική -δεν γίνεται εδώ φυσικά λόγος
για τέτοιες ιστορικές περιόδους οι οποίες θεωρούν ότι οι ίδιες βρίσκονται
σε παρακμή-, τις συλλαμβάνει πάντα με μονόπλευρο τρόπο. Η χριστιανική
θρησκεία υπήρξε αρχικά ικανή να συνεισφέρει στην αντικειμενική κατανό­
ηση των προηγούμενων μυθολογιών από τη στιγμή που η αυτοκριτική της
ήταν σε έναν ορισμένο βαθμό, τρόπον τινά δυνάμει*, ολοκληρωμένη. Έτσι,
η αστική οικονομική επιστήμη κατέληξε για πρώτη φορά στην κατανόηση
της φεουδαρχικής, της apxaias, της ανατολίτικης [οικονομίας] από τη στιγμή
που ξεκίνησε η αυτοκριτική της αστικής κοινωνίας. Στο βαθμό που η αστική
οικονομική επιστήμη δεν ταυτιζόταν με μυθολογικό τρόπο καθαρά με το
παρελθόν, η κριτική της για την προηγούμενη οικονομία, δηλαδή τη φεου­
δαρχική ενάντια στην οποία είχε ακόμη άμεσα να αγωνιστεί, έμοιαζε με την
κριτική που είχε ασκήσει ο Χριστιανισμός στην ειδωλολατρία, ή ακόμη και ο
Προτεσταντισμός στον Καθολικισμό.
Όπως εν γένει σε κάθε ιστορικης, κοινωνική επιστήμη, θα πρέπει έτσι και
στην πορεία των οικονομικών κατηγοριών να λαμβάνεται πάντα υπόψη ότι,
όπως στην πραγματικότητα, έτσι και στο μυαλό είναι δεδομένο το υποκεί­
μενο, εν προκειμένω η σύγχρονη αστική κοινωνία, και ότι οι κατηγορίες εκ­
φράζουν συνεπώς μορφές ύπαρξης, υπαρκτικούς προσδιορισμούς, συχνά
μόνο μεμονωμένες πλευρές αυτής της καθορισμένης κοινωνίας, αυτού του
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ) 1083

υποκειμένου και ότι συνεπώς αυτή δεν ξεκινά επ' ουδενί επιστημονικά για
πρώτη φορά εκεί όπου γίνεται λόγος γι' αυτήν ως τέτοια. Αυτό θα πρέπει
να ληφθεί υπόψη, διότι παρέχει αποφασιστικά στοιχεία για τη διάταξη [του
υλικού]. Για παράδειγμα, τίποτε δεν φαίνεται πιο φυσικό από το να ξεκινήσει
κανείς με τη γαιοπρόσοδο, με τη γαιοκτησία, μια και είναι δεσμευμένη στη
γη, στην πηγή κάθε παραγωγής και κάθε ύπαρξης, και στην πρώτη μορφή
παραγωγής όλων των σχετικά εδραιωμένων κοινωνιών - την αγροκαλλιέρ­
γεια. Τίποτε όμως δεν θα ήταν πιο εσφαλμένο. Σε όλες τΐς κοινωνικές μορφές
είναι μια καθορισμένη παραγωγή [εκείνη] η οποία [καθορίζει] όλες τις άλλες,
και συνεπώς οι δικές της σχέσεις υποδεικνύουν σε όλες τις άλλες τη σειρά
και την επιρροή τους. Πρόκειται για έναν γενικό φωτισμό στον οποίο βυθίζο­
νται όλα τα υπόλοιπα χρώματα και ο οποίος τα τροποποιεί στην ιδιαιτερότη-
τά τους. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο αιθέρα, ο οποίος προσδιορίζει το ειδικό
βάρος κάθε ύπαρξης [Οβςθίης] που διακρίνεται εντός του. Για παράδειγμα,
στους ποιμενικούς λαούς. (Απλοί θηρευτικοί και αλιευτικοί λαοί βρίσκονται
πέρα από το σημείο όπου αρχίζει η πραγματική ανάπτυξη.) Σ' αυτούς απαντά
μια ορισμένη μορφή της γεωργίας, σποραδικης. Από αυτό προσδιορίζεται η
γαιοκτησία. Είναι κοινή και διατηρεί λιγότερο ή περισσότερο αυτή τη μορ­
φης, ανάλογα με το εάν αυτοί οι λαοί διατηρούν λιγότερο ή περισσότερο
την παράδοσή τους, για παράδειγμα η κοινοτική ιδιοκτησία των Σλάβων. Σε
λαούς με εδραία γεωργία -ήδη αυτή η εδραίωση είναι ένα σημαντικό βήμα-,
όπου αυτή κυριαρχεί, όπως στους αρχαίους και στη φεουδαρχία, ακόμη και
η βιομηχανία και η οργάνωσή της, καθώς και οι μορφές ιδιοκτησίας που
της αντιστοιχούν, έχει λιγότερο ή περισσότερο γαιοκτημονικό χαρακτήρα·
είναι είτε εντελώς εξαρτημένη από αυτήν, όπως στους αρχαίους Ρωμαίους,
είτε, όπως στο Μεσαίωνα, μιμείται την οργάνωση της υπαίθρου στην πόλη
και στις δικές της σχέσεις. Το ίδιο το κεφάλαιο στο Μεσαίωνα -στο βαθμό
που δεν είναι καθαρό χρηματικό κεφάλαιο- ως παραδοσιακό χειροτεχνικό
εργαλείο κ.λπ. έχει αυτόν το γαιοκτημονικό χαρακτήρα. Στην αστική κοινω­
νία το πράγμα είναι αντίστροφο. Η αγροκαλλιέργεια γίνεται όλο και περισ­
σότερο ένας απλός βιομηχανικός κλάδος και κυριαρχείται εντελώς από το
κεφάλαιο. Το ίδιο και η γαιοπρόσοδος. Σε όλες τις μορφές όπου κυριαρχεί η
γαιοκτησία είναι ακόμη κυρίαρχη η φυσική σχέση. Σ' εκείνες όπου κυριαρχεί
το κεφάλαιο [κυριαρχεί] το κοινωνικό, το ιστορικά δημιουργημένο στοιχείο.
Η γαιοπρόσοδος δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς το κεφάλαιο. Το κεφάλαιο
όμως μπορεί σαφώς να κατανοηθεί χωρίς τη γαιοπρόσοδο. Το κεφάλαιο
είναι η πάνω σε όλα κυρίαρχη οικονομική δύναμη της αστικής κοινωνίας.
Πρέπει να αποτελεί τόσο την αφετηρία όσο και το τέρμα και να αναπτυχθεί
πριν από τη γαιοκτησία. Αφού θα έχουν εξεταστεί και τα δυο τους ξεχωρι­
στά, θα πρέπει να εξεταστεί η αλληλεπίδρασή τους.
θα ήταν λοιπόν ανέφικτο και εσφαλμένο να αφήσουμε τις οικονομικές
κατηγορίες να διατυπωθούν διαδοχικά με τη σειρά με την οποία υπήρξαν οι
ιστορικά καθοριστικές. Πολύ περισσότερο, η σειρά τους προσδιορίζεται από
τη σχέση που έχουν μεταξύ τους στη σύγχρονη αστική κοινωνία, και η οποία
είναι ακριβώς το αντίστροφο από αυτό που εμφανίζεται ως η φυσική σχέση
τους ή από αυτό που αντιστοιχεί στη σειρά της ιστορικής ανάπτυξης. Δεν
1084 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

πρόκειται για τη αχέαη την οποία καταλαμβάνουν ιστορικά οι οικονομικέε


σχέσεις στη διαδοχή των διάφορων κοινωνικών μορφών. Ακόμη λιγότερο
πρόκειται για τη σειρά τους «εντός της ιδέαε» (Proudhon) (μιας θολής παρά­
στασή της ιστορικής Kivnons). Πρόκειται όμως για τη διάρθρωσή τους εντός
της σύγχρονης αστικής κοινωνίας.
Η καθαρότητα (αφηρημένη προσδιοριστικότητα) με την οποία εμφανίζο­
νται στον αρχαίο κόσμο οι εμπορικοί λαοί -Φοίνικες, Καρχηδόνιοι- είναι
δεδομένη από την ίδια την επικυριαρχία των αγροκαλλιεργητικών λαών. Το
κεφάλαιο ως εμπορικό ή χρηματικό κεφάλαιο εμφανίζεται ακριβώς σ' αυτή
την αφαίρεση, όπου το κεφάλαιο δεν είναι ακόμη το κυρίαρχο στοιχείο των
κοινωνιών. Οι Λομβαρδοί, οι Εβραίοι καταλαμβάνουν την ίδια θέση απένα­
ντι στις μεσαιωνικές αγροκαλλιεργητικές κοινωνίες.
Os περαιτέρω παράδειγμα της διαφορετικής θέσης που καταλαμβάνουν οι
ίδιες κατηγορίες σε διαφορετικά κοινωνικά επίπεδα: Μία από τις τελευταίες
μορφές της αστικής κοινωνίας: joint-stock-companies [μετοχικές εταιρείες].
Εμφανίζονται όμως και στην απαρχή της στις μεγάλες προνομιούχες και εφο-
διασμένες με μονοπώλιο εμπορικές εταιρείες.
Η ίδια η έννοια του εθνικού πλούτου παρεισδύει στους οικονομολόγους
του 17ου αιώνα με τέτοιον τρόπο -μια παράσταση η οποία εν μέρει διατη­
ρείται στους οικονομολόγους του 18ου αιώνα-, ώστε ο πλούτος να δημι-
ουργείται μόνο για το κράτος, αλλά η δύναμη του κράτους να βρίσκεται σε
αναλογική σχέση προς αυτό τον πλούτο. Αυτό ήταν ακόμη η ασυνείδητα
υποκριτική μορφή με την οποία αναγγέλλεται ο ίδιος ο πλούτος και η παρα­
γωγή του ως σκοπός των σύγχρονων κρατών, και θεωρεί τα κράτη απλώς
ως μέσο για την παραγωγή του πλούτου.
Η διάταξη θα πρέπει προφανώς να γίνει ως εξής: 1. Οι γενικά αφηρημένοι
προσδιορισμοί, οι οποίοι συνεπώς αρμόζουν λιγότερο ή περισσότερο σε
όλες τις κοινωνικές μορφές, αλλά με την έννοια που αναλύσαμε πιο πάνω.
2. Οι κατηγορίες που αποτελούν την εσωτερική διάρθρωση της αστικής
κοινωνίας και στις οποίες βασίζονται οι θεμελιώδεις τάξε«. Κεφάλαιο, μι­
σθωτή εργασία, γαιοκτησία. Η μεταξύ τους σχέση. Πόλη και ύπαιθρος. Οι
τρεις μεγάλες κοινωνικές τάξε«. Ανταλλαγή μεταξύ τους. Κυκλοφορία. Πι­
στωτική οργάνωση (ιδιωτική). 3. Σύνοψη της αστικής κοινωνίας στη μορφή
του κράτους. [Το κράτος] θεωρούμενο σε σχέση με τον εαυτό του. Οι «μη
παραγωγικές» τάξεις. Φόροι. Δημόσιο χρέος. Δημόσια πίστωση. Ο πληθυ­
σμός. Οι αποικίες. Μετανάστευση. 4. Διεθνής σχέση της παραγωγής. Διεθνής
καταμερισμός εργασίας. Διεθνής ανταλλαγης. Εξαγωγή και εισαγωγης. Τιμή
συναλλάγματος. 5. Η διεθνής αγορά και οι κρίσεις.
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ (ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ) 1085

4. Παραγωγή
Μέσα παραγωγής και σχέσεις παραγωγής
Σχέσεις παραγωγής και σχέσεις συναλλαγής
Κρατικές και συνειδησιακές μορφές σε σχέση προς τις σχέσεις
παραγωγής και συναλλαγών
Δικαϊκές σχέσεις. Οικογενειακές σχέσεις

Σημείωση αναφορικά με σημεία που πρέπει να αναφερθούν εδώ και δεν


πρέπει να λησμονηθούν:
1. Ο πόλεμος διαμορφώθηκε νωρίτερα από την ειρήνη· ο τρόπος με τον
οποίο μέσα από τον πόλεμο και μέσα στα στρατεύματα κ.λπ. αναπτύσσονται
νωρίτερα απ' ό,τι στο εσωτερικό της αστικής κοινωνίας ορισμένες οικονομι­
κές σχέσεις, όπως η μισθωτή εργασία, τα μηχανήματα κ.λπ. Επίσης, η σχέση
παραγωγικής δύναμης και συναλλακτικών σχέσεων είναι ιδιαίτερα εμφανής
στο στρατό.
2. Σχέση τής μέχρι σήμερα ιδεατής ιστοριογραφίας προς την πραγματικης. Ιδι­
αίτερα οι λεγόμενες πολιτισμικές ιστορίες, που όλες τους είναι ιστορίες θρη­
σκειών και κρατών. (Με την ευκαιρία αυτή μπορεί να ειπωθεί και κάτι για τα
διάφορα είδη τής μέχρι σήμερα ιστοριογραφίας. Η λεγάμενη αντικειμενική
[ιστοριογραφία]. Υποκειμενική [ηθική κ.ά.]. Φιλοσοφικης.)
3. Δευτερογενείς και τριτογενείς, εν γένει συναγόμενες, κληρονομημένες,
όχι πρωτογενείς παραγωγικές σχέσεις. Επιρροή εδώ των διεθνών σχέσεων.
4. Αντιρρήσεις για τον υλισμό αυτής της αντίληψης. Σχέση με τον νατουρα-
λιστικό υλισμό.
5. Διαλεκτική των εννοιών παραγωγική δύναμη (μέσα παραγωγής) και παρα­
γωγική σχέση, μια διαλεκτική τα όρια της οποίας πρέπει να προσδιοριστούν
και η οποία δεν αναιρεί τις πραγματικές διαφορές.
6. Η άνιση σχέση της εξέλιξης της υλικής παραγωγής, για παράδειγμα, με την
καλλιτεχνική [παραγωγή]. Εν γένει η έννοια της προόδου δεν πρέπει να συλ-
ληφθεί εδώ με τον συνηθισμένο αφηρημένο τρόπο. Στην τέχνη κ.λπ. Αυτή
η δυσαναλογία δεν είναι ακόμη τόσο σημαντική και δύσκολη να συλληφθεί
όσο εντός των ίδιων των πρακτικών-κοινωνικών σχέσεων. Για παράδειγμα,
στην εκπαίδευση. Σχέση των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ευρώπη. Το ιδι­
αίτερα δύσκολο σημείο, που θα πρέπει να συζητηθεί εδώ, είναι όμως πώς
οι παραγωγικές σχέσεις αναπτύσσονται άνισα ως δικαϊκές σχέσεις. Δηλαδης,
για παράδειγμα, η σχέση του ρωμαϊκού ιδιωτικού δικαίου με τη σύγχρονη
παραγωγή (στο ποινικό και στο δημόσιο δίκαιο αυτό ισχύει λιγότερο).
7. Αυτή η αντίληψη εμφανίζεται ως αναγκαία ανάπτυξη. Δικαίωση όμως του
τυχαίου. Πώς. (Και της ελευθερίας μεταξύ άλλων.) (Η επίδραση των μέσων
επικοινωνίας. Η παγκόσμια ιστορία δεν υπήρχε πάντα· η ιστορία ως παγκό­
σμια ιστορία είναι αποτέλεσμα.)
8. Η αφετηρία φυσικά από τη φυσική προσδιοριστικότητα· υποκειμενικά και
αντικειμενικά. Γένη, φυλές κ.λπ.
Στην περίπτωση της τέχνης είναι γνωστό ότι ορισμένες περίοδοι της άν­
θησής της δεν βρίσκονται επ' ουδενί σε σχέση με τη γενική ανάπτυξη της
1086 KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ]

κοινωνίας, άρα και του υλικού θεμελίου, τρόπον τινά του σκελετού της ορ­
γάνωσής της. Για παράδειγμα, οιΈλληνες σε σύγκριση με τους σύγχρονοί
ή και ο Shakespeare. Μάλιστα, για ορισμένες μορφές Téxvns, φερειπείν για
το énos, έχει αναγνωριστεί ότι, από τη στιγμή που ξεκινά η καλλιτεχνική
παραγωγή cûs τέτοια, αυτές δεν μπορούν να παραχθούν με την κλασικης, κο-
σμοϊστορική μορφή τους· ότι δηλαδή εντός του ίδιου του πεδίου της Téxvns
ορισμένα σημαντικά μορφώματά της είναι δυνατά μόνο σε μια υπανάπτυκτη
βαθμίδα της καλλιτεχνικής ανάπτυξης. Εάν αυτή είναι η περίπτωση στη σχέ­
ση των διάφορων μορφών Téxvης εντός του ίδιου του πεδίου της Téxvns,
τότε είναι ήδη λιγότερο εντυπωσιακό ότι πρόκειται για την ίδια περίπτωση
στη σχέση του συνολικού πεδίου της Téxvης με τη γενική ανάπτυξη της κοι-
vcûvias. Η δυσκολία έγκειται μόνο στη γενική σύλληψη αυτών των αντιφά­
σεων. Από τη στιγμή που εξειδικεύονται έχουν ήδη εξηγηθεί.
As πάρουμε cûs παράδειγμα τη σχέση της ελληνικής Téxvης και μετά του
Shakespeare με το παρόν. Είναι γνωστό ότι η ελληνική μυθολογία δεν
υπήρξε μόνο το οπλοστάσιο της ελληνικής Téxvns, αλλά και το έδαφος της.
Είναι όμως άραγε η αντίληψη της φύσης και των κοινωνικών σχέσεων, η
οποία αποτελεί το θεμέλιο για την ελληνική φαντασία και συνεπώς για την
ελληνική [μυθολογία], δυνατή με Selfaktors [αυτοκίνητους αργαλειούς] και
με σιδηροδρόμους και ατμομηχανές και με ηλεκτρικούς τηλέγραφοί; Τι
απομένει από τονΉφαιστο απέναντι στους Roberts et Co., από τον Δία απέ­
ναντι στο αλεξικέραυνο και από τον Ερμή απέναντι στην Crédit Mobilier;
Κάθε μυθολογία υπερβαίνει και κυριαρχεί και μορφοποιεί τις φυσικές δυνά­
μει στη φαντασία και μέσω της φαντασίας· άρα εξαφανίζεται με την πραγ­
ματική κυριαρχία επί αυτών των δυνάμεων. Τι απομένει από τη [θεά] Φήμη
απέναντι στην Πρίντινγκ Xàous Σκουέρ;* Η ελληνική τέχνη προϋποθέτει την
ελληνική μυθολογία, δηλαδή τη φύση και τις ίδιες τις KoivcoviKés μορφές
ήδη επεξεργασμένες με έναν ασυνείδητα καλλιτεχνικό τρόπο από τη λαϊκή
φαντασία. Αυτό είναι το υλικό της. Όχι οποιαδήποτε μυθολογία, δηλαδή όχι
οποιαδήποτε ασυνείδητα καλλιτεχνική επεξεργασία της φύσης (εν προκειμέ-
νω εδώ συμπεριλαμβάνεται οτιδήποτε αντικειμενικό, άρα και η κοινωνία).
Η αιγυπτιακή μυθολογία δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει το έδαφος
και τον μητρικό κόλπο της ελληνικής Téxvns. Σε κάθε περίπτωση όμως μια
μυθολογία. Επ' ουδενί δηλαδή μια κοινωνική ανάπτυξη η οποία αποκλείει
κάθε μυθολογική σχέση με τη φύση, κάθε μυθοποιητική σχέση με αυτή·
δηλαδή [μια ανάπτυξη που] απαιτεί από τον καλλιτέχνη μια φαντασία ανε­
ξάρτητη από τη μυθολογία.
Από μια άλλη πλευρά: Είναι δυνατόν να υπάρχει ο Αχιλλέας με μπαρούτι
και μολύβι,Ή εν γένει η ΙΑιάδα με την τυπογραφία ή ακόμη με την εκτυπωτική
μηχανή; Δεν παύει αναγκαστικά με το πιεστήριο η ωδή και η απαγγελία και
η Μούσα, δηλαδή δεν εξαφανίζονται οι αναγκαίοι όροι της επικής ποίησης;
Η δυσκολία όμως δεν συνίσταται στο να κατανοήσουμε ότι η ελληνική τέ­
χνη και το έπος συνδυάζονται με ορισμένες μορφές κοινωνικής ανάπτυξης.

* Πρόκειται για την περιοχή του Λονδίνου όπου υπήρχαν οι εγκαταστάσεις της εφη­
μερίδας The Times.
KARL MARX | ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ] 1087

Η δυσκολία είναι όχι ακόμη μας παρέχουν καλλιτεχνική απόλαυση και υπό
μία συγκεκριμένη άποψη ισχύουν ως κανόνας και ως άφταστο πρότυπο.
Ένας άντρας δεν μπορεί να ξαναγίνει παιδί χωρίς να παιδιαρίσει. Δεν χαί­
ρεται όμως άραγε την αφέλεια του παιδιού και δεν πρέπει αυτός ο ίδιος
σε ένα ανώτερο επίπεδο να πασχίζει για να αναπαράγει την αλήθεια του;
Δεν αναβιώνει σε κάθε εποχή μέσα στην παιδική φύση ο δικός της χαρα­
κτήρας στη φυσική αλήθεια του; Γιατί τότε να μην ασκεί αιώνια γοητεία η
ιστορική παιδική ηλικία της ανθρωπότητας, εκεί που γνώρισε την ωραιότερη
εκδίπλωσή της, ως ένα στάδιο που δεν ξαναγυρίζει ποτέ; Υπάρχουν παιδιά
κακομαθημένα και παιδιά μικρομέγαλα. Πολλοί από τους αρχαίους λαούς
ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία. Κανονικά παιδιά ήταν οι Έλληνες. Η γοητεία
της τέχνης τους για μας δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την ανεξέλικτη κοινω­
νική βαθμίδα όπου βλάστησε. Είναι, αντίθετα, αποτέλεσμά της και, πολύ
περισσότερο, είναι αναπόσπαστα δεμένη με το ότι οι ανώριμες κοινωνικές
συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε, και που μόνο υπό αυτές μπορούσε να
γεννηθεί, δεν μπορούν να ξαναγυρίσουν ποτέ.